Ελένη Γιαννακάκη: «Πίσω από κάθε νεκρό παιδί υπάρχει μια μάνα που ζει μόνο για να θυμάται»
Υπάρχουν βιβλία που δεν διαβάζονται απλώς· βιώνονται. Το Κρητικό πιλάφι της Ελένης Γιαννακάκη είναι ένα από αυτά. Μέσα από τον συγκλονιστικό εσωτερικό μονόλογο της Αλεξάνδρας, μιας μητέρας που έρχεται αντιμέτωπη με την πιο αβάσταχτη απώλεια, η συγγραφέας καταδύεται στα σκοτεινά νερά του πένθους, της ενοχής, της μνήμης και των ορίων της ανθρώπινης αντοχής. Η Κρήτη, οι οικογενειακοί δεσμοί, οι κοινωνικές συμβάσεις και ένα συμβολικό πιάτο που κουβαλά μνήμες και απουσίες, συνθέτουν ένα βαθιά ανθρώπινο και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα που δεν αφήνει τον αναγνώστη ασυγκίνητο.
Επιμέλεια συνέντευξης Βασιλική Ευαγγέλου-Παπαθανασίου
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Ελένη Γιαννακάκη μιλά για τα ερεθίσματα πίσω από τη δημιουργία του βιβλίου, την επιλογή του εσωτερικού μονολόγου, τα δύσκολα ηθικά διλήμματα που θέτει η ιστορία και τη διαχρονική δύναμη της μητρικής αγάπης απέναντι στην απώλεια.
Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να γράψετε μια τόσο σκληρή αλλά βαθιά ανθρώπινη ιστορία γύρω από μια μητέρα που χάνει τα παιδιά της;
Πάντα προσπαθούσα να μπω στο πετσί μιας μάνας, ενός γονιού, που έχανε το παιδί του, και ειδικά σε περιπτώσεις που έχαναν δυο παιδιά όπως ήταν πρόσφατα η περίπτωση ενός πατέρα (και υποθέτω και μιας μάνας) που έχασε τα δυο κορίτσια του στα Τέμπη, η οποία πραγματικά με συγκλόνισε. Αντίστοιχα, με συγκλόνισε αρνητικά, όπως έχω πει κι αλλού, το ότι μια άλλη μάνα που χάνει κατά τον ίδιο φρικτό τρόπο το παιδί της, μπορεί όχι μόνο να γυρίσει εύκολα σελίδα αμέσως μετά, αλλά ακόμη και να προσπαθήσει να εκμεταλευτεί το γεγονόςκαι τη δημοσιότητα που απέκτησε προς δικό της προσωπικό όφελος. Όπως αντιλαμβάνεστε μιλώ για την Μαρία Καρυστιανού.
Η Αλεξάνδρα αφηγείται την ιστορία μέσα από έναν εσωτερικό μονόλογο. Γιατί επιλέξατε αυτή την αφηγηματική τεχνική και τι σας επέτρεψε να εκφράσετε που ίσως δεν θα μπορούσε να αποδώσει ένας συμβατικός αφηγητής;
Υπάρχουν πολλοί αφηγηματικοί τρόποι να πει κάποιος/α μια ιστορία. Ο εσωτερικός μονόλογος αποδίδει εξαιρετικά τη ροή της συνείδησης, αυτή τη φωνή από τον εαυτό μας προς τον εαυτό μας που μας συντροφεύει σε οτιδήποτε κάνουμε καθημερινά εφόσον είμαστε ξύπνιοι/ες. Απ’ την άλλη, δεν θα έλεγα ότι υπάρχουν κατάλληλοι τρόποι. Σημασία έχει ο/η συγγραφέας να βρει τη ‘φωνή’ που ταιριάζει στον ίδιο/α αλλά πάντα σε σχέση με την ιστορία που θέλει να αφηγηθεί. Κι εδώ, όπως γνωρίζετε, έχουμε το μονόλογο μιας γυναίκας.
Η απόφαση της αποσύνδεσης του γιου της αποτελεί μία από τις πιο οδυνηρές στιγμές του βιβλίου. Πώς προσεγγίσατε λογοτεχνικά ένα τόσο ευαίσθητο ηθικό και συναισθηματικό δίλημμα;
Με τον ίδιο τρόπο που προσέγγισα άλλες ‘δύσκολες’ σκηνές στα βιβλία μου: Μέσω της προσπάθειας για αποστασιοποίηση. Όσον αφορά το ηθικό και αμφιλεγόμενο ζήτημα που προκύπτει το αφήνω στους αναγνώστες/στριες να πάρουν θέση και πλευρά καθώς μέχρι το τέλος της ιστορίας η ηρωίδα μου δεν δίνει λύση.
Πιστεύετε ότι η κοινωνία αντιμετωπίζει με κατανόηση έναν γονέα που καλείται να πάρει μια τέτοια απόφαση ή εξακολουθεί να τον κρίνει αυστηρά;
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πως θα το αντιμετώπιζε η κοινωνία αν κάτι τέτοιο γινόταν γνωστό, ούτε άλλωστε ξέρω σε ποια κλίμακα μπορεί πράγματι να συμβαίνει με τον άλφα ή βήτα τρόπο, εννοείται υπογείως, καθώς αποτελεί ποινικό αδίκημα. Στις περισσότερες των περιπτώσεων βέβαια είναι οι γονείς που αρνούνται την αποσύνδεση αν τους προταθεί από τους ίδιους τους γιατρούς – κάτι που δεν θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση του ήρωά μου εφόσον ιατρικά δεν θεωρείτο εγκεφαλικά νεκρός. Εδώ η μάνα με δική της πρωτοβουλία προχωρά στην ευθανασία του γιού της για λόγους τους οποίους αναλύει διεξοδικά μέσα στο παραλήρημά της καθώς προσπαθεί να απαλύνει τις ενοχές της.
Οι ενοχές συνοδεύουν την Αλεξάνδρα σε όλη την αφήγηση. Θεωρείτε ότι ο άνθρωπος μπορεί πραγματικά να συμφιλιωθεί με μια τόσο τραυματική επιλογή ή οι ενοχές δεν σβήνουν ποτέ;
Μπορεί να συμφιλωθεί μέσω της λογικής και αυτό ακριβώς προσπαθεί να κάνει η ηρωίδα μου. Αν μέσα από όλη αυτή την αυτοανάλυση αποφασίσει ότι τα κίνητρα της πράξης της ήταν εντελώς ανιδιοτελή και άρα ορθά έπραξε, τότε ίσως μπορέσει να αμβλύνει τις ενοχές της ή και να απαλλαγεί απ’ αυτές.
Το κυριακάτικο τραπέζι και το κρητικό πιλάφι λειτουργούν ως σύμβολα μνήμης και οικογένειας. Τι συμβολίζει για εσάς το συγκεκριμένο φαγητό μέσα στο μυθιστόρημα;
Το κρητικό πιλάφι αποτελεί ένα κλασσικό πιάτο της κρητικής γαστρονομικής παράδοσης. Εδώ σημασιοδοτεί ποικιλοτρόπως: την κρητική παράδοση γενικότερα που επηρέασε την εξέλιξη της τροπής, τα συνήθως έκνομα ‘μαγειρέματα’ της κρητικής κουλτούρας και κοινωνίας, ένα αγαπημένο πιάτο των παιδιών της ηρωίδας στα οικογενειακά τραπέζια τα οποία η Αλεξάνδρα προσπαθεί να κρατήσει στη μνήμη της, το ρύζι της γαμήλιας τελετής που τα παιδιά της δεν θα βιώσουν ποτέ, και φυσικά τον παραδοσιακό δίσκο με κόλλυβα του μνημόσυνου τον οποίο εδώ το πιλάφι υποκαθιστά.
Η Κρήτη δεν αποτελεί απλώς το σκηνικό της ιστορίας, αλλά μοιάζει με έναν ακόμη πρωταγωνιστή. Πόσο επηρέασε ο τόπος την ψυχολογία των ηρώων και την εξέλιξη της αφήγησης;
Η περιρρέουσα κουλτούρα είναι ένας σημαντικός παράγοντας σε σχέση με τις αποφάσεις που παίρνομε στη ζωή μας είτε ως συμμορφούμενοι/ες με τις προσδοκίες των άλλων είτε αντιδρώντας σ’ αυτές. Η ηρωίδα μου αναθεωρεί και απορρίπτει τη ζωή της σε σχέση με τις επιλογές της μέχρι τα τελευταία γεγονότα, οι οποίες επιλογές ήταν αποτέλεσμα συμμόρφωσης στο κρητικό κοινωνικό περιβάλλον. Στο τελευταίο στάδιο της ζωής της όμως και κυρίως αμέσως μετά από το τραγικό γεγονός ουσιαστικά στρέφεται συνειδητά εναντίον της κοινωνίας και των θεσμών της και πράττει ανάλογα. Η ευθανασία έρχεται σαν αποκορύφωμα αυτής της μεταστροφής και φυσικά αναλαμβάνει τις ευθύνες της (τις ενοχές της), δεδομένου ότι δεν της ζητήθηκαν ευθύνες απ’ την πολιτεία ως ψυχιατρικά ασθενής.
Μέσα από την Αλεξάνδρα αναδεικνύεται ο ρόλος της γυναίκας, της συζύγου και κυρίως της μητέρας. Πόσο έχουν αλλάξει, κατά τη γνώμη σας, οι κοινωνικές προσδοκίες απέναντι στις γυναίκες σήμερα;
Σίγουρα έχουν βελτιωθεί πολύ αλλά είμαστε ακόμη μακράν της εποχής που θα επιτευχθεί κάποια ισότητα. Το γεγονός ότι οι γυναίκες βγαίνουν πιο εύκολα από μια κακοποιητική ή προβληματική για κάποιους λόγους σχέση σε σύγκριση με κάποιες δεκαετίες πριν εγγράφεται στα θετικά, παρότι αυτή η επιλογή φαίνεται να έχει αυξήσει τις γυναικοκτονίες στην Ελλάδα. Απ’ την άλλη η μάνα είναι αυτή που σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος της ανατροφής των παιδιών και που γίνεται πάντα υπόλογος των πράξεών τους εφόσον κάτι δεν πάει καλά.
Κατά τη συγγραφή, υπήρξαν σκηνές που σας συγκίνησαν ή σας δυσκόλεψαν ιδιαίτερα σε συναισθηματικό επίπεδο;
Ναι, οπωσδήποτε. Η σκηνή όπου η Αλεξάνδρα τρελλαμένη οδηγεί προς το σημείο του δυστυχήματος και φυσικά κατά την περιγραφή της τελευταίας πράξης του δράματος.
Αν οι αναγνώστες έκλειναν το βιβλίο κρατώντας μόνο μία σκέψη ή ένα συναίσθημα από το «Κρητικό πιλάφι», ποιο θα θέλατε να είναι αυτό;
Ότι πίσω από κάθε νεκρό παιδί οποιασδήποτε ηλικίας υπάρχει μια μάνα, κάποιοι γονείς τέλος πάντων, που ζουν και θυμούνται ή μόνο για να θυμούνται.

