Ελευθερία Μεταξά: «Η μνήμη δεν είναι παρελθόν· είναι ευθύνη»
Στον Καιρό του Θερίζειν, η Ελευθερία Μεταξά δεν αφηγείται απλώς μια σκοτεινή ιστορία εγκλήματος· ανοίγει ένα τραύμα που διαπερνά τον χρόνο και επιστρέφει επίμονα στο παρόν. Με φόντο την Ελλάδα από τη δεκαετία του ’60 έως σήμερα, η συγγραφέας υφαίνει μια αφήγηση όπου η πολιτική βία, η εξορία, η προδοσία και η μνήμη συνδέονται άρρηκτα με την αναζήτηση της δικαιοσύνης. Με λόγο ωμό, ψυχολογικά διεισδυτικό και βαθιά ανθρώπινο, φωτίζει τις σκοτεινές όψεις της Ιστορίας και θέτει ερωτήματα που παραμένουν ανατριχιαστικά επίκαιρα: πόσο αντέχει η συνείδηση το βάρος των πράξεών της και πότε έρχεται, αναπόφευκτα, η ώρα του απολογισμού;
Σε αυτή τη συνέντευξη, η Ελευθερία Μεταξά μιλά για τα ερεθίσματα, την έρευνα, τα όρια της βίας στη μυθοπλασία, τη συλλογική μνήμη και την έννοια της λύτρωσης, αποκαλύπτοντας το βαθύτερο υπόστρωμα ενός μυθιστορήματος που δεν αφήνει τον αναγνώστη αμέτοχο, αλλά τον καθιστά μάρτυρα – και συμμέτοχο – της Ιστορίας.
Επιμέλεια συνέντευξης: Βασιλική Ευαγγέλου-Παπαθανασίου
Τι σας οδήγησε να τοποθετήσετε την ιστορία σας μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της Ελλάδας από τη δεκαετία του ’60 έως σήμερα; Ποιο ήταν το πρώτο ερέθισμα που σας ώθησε να ανοίξετε αυτό το σκοτεινό κεφάλαιο;
• Πριν από πολύ καιρό, σε μια παρουσίαση βιβλίου, ο Παναγιώτης, ο γιος της φίλης Γεωργίας Κατσουράκη, με είχε ρωτήσει αν θα έγραφα ποτέ κάτι για την περίοδο της δικτατορίας. Τότε του είχα απαντήσει αρνητικά, όταν όμως άρχισα να πλάθω στο μυαλό μου την πλοκή του «Καιρός του θερίζειν» θυμήθηκα την ερώτησή του. Η συγκεκριμένη εποχή ταίριαζε χρονικά με την περίοδο στην οποία αναγόταν η αιτία που οδήγησε στο έγκλημα, οπότε αποφάσισα να τοποθετήσω εκεί όλη την αναδρομική αφήγηση.
Πώς εργαστήκατε την ψυχολογία των ηρώων σας, ιδίως όσων φέρουν το τραύμα της εξορίας ή της πολιτικής δίωξης; Πόσο απαιτητικό ήταν να ισορροπήσετε ανάμεσα στον ρεαλισμό και στη μυθοπλασία;
• Κατά τη διάρκεια της έρευνας που πραγματοποίησα πριν ξεκινήσω να γράφω το βιβλίο, διάβασα πολλές μαρτυρίες ανθρώπων που βίωσαν την εξορία και τις πολιτικές διώξεις. Αυτές οι συγκλονιστικές μαρτυρίες με βοήθησαν να πλάσω τον χαρακτήρα της γυναίκας που ζει εξόριστη στη Γυάρο. Ο στόχος μου ήταν η γυναίκα αυτή να γίνει η φωνή όχι μόνο εκείνων των ανθρώπων αλλά και όσων διαχρονικά κυνηγήθηκαν και βασανίστηκαν εξαιτίας της ιδεολογίας τους.
Οι σκηνές βασανισμού και βίας είναι έντονες και ωμές. Πώς καθορίσατε τα όρια της περιγραφής; Υπήρξαν σημεία όπου νιώσατε την ανάγκη να συγκρατηθείτε;
• Η βία που υπέστησαν όσοι βασανίστηκαν την εποχή εκείνη ξεπερνά σε ωμότητα τις αντίστοιχες σκηνές της μυθοπλασίας. Μέσα από τις προσωπικές μαρτυρίες και πάλι, συνειδητοποίησα με φρίκη πόσο κυνικός μπορεί να γίνει κάποιος, πόσο απάνθρωπη συμπεριφορά μπορεί να επιδείξει όταν του δίνεται ο ρόλος του βασανιστή, έναν ρόλο που μάλιστα αποδέχεται και επιτελεί με ιδιαίτερα χαρά και ικανοποίηση. Δεν προσπάθησα να θέσω όρια στις περιγραφές μου, γιατί δεν υπήρχαν όρια στη δράση όσων εκείνη την εποχή κακοποιούσαν με τόσο βάναυσο τρόπο κάποιον, ανεξάρτητα από το φύλο ή την ηλικία του, επειδή απλώς είχε διαφορετική πολιτική θέση.
Ο δολοφόνος του μυθιστορήματος έχει βαθιά ψυχολογικά και ιδεολογικά κίνητρα. Πώς προσεγγίσατε την εσωτερική του φωνή και τι επιδιώξατε να αναδείξετε μέσα από αυτήν;
• Ο δολοφόνος είναι ένας άνθρωπος που εκμεταλλεύτηκε τις καταστάσεις μιας ιδιαίτερα ταραγμένης εποχής για να αναδειχτεί και να αποκομίσει προσωπικά οφέλη. Έχει πολύ έντονο το αίσθημα της αυτοσυντήρησης, είναι φιλόδοξος και αδίστακτος, ταυτόχρονα όμως τον ενδιαφέρει πολύ η εικόνα που σχηματίζουν οι άλλοι γι’ αυτόν, επιδιώκει την αναγνώριση και την επιβράβευση. Είναι από τους λίγους «κακούς» στα βιβλία μου που δεν αντιμετωπίζω με κατανόηση, ακριβώς επειδή τα κίνητρά του σε καμία περίπτωση δεν είχαν σχέση με την απόδοση δικαιοσύνης ή με δικά του παλιά τραύματα. Με αυτό το σκεπτικό έπλασα τον χαρακτήρα του, έχοντας στο μυαλό μου και περιπτώσεις ανθρώπων της πολιτικής σκηνής που ξεπούλησαν τα ιδανικά και τους αγώνες τους χάριν της εξουσίας και του χρήματος. Και νομίζω πως ίσως αυτό ήθελα να αναδείξω κυρίως: πώς κάποιοι, που στη συνείδηση του κόσμου ήταν ταυτισμένοι με ιδεολογικούς αγώνες και αυτοθυσία, εκμεταλλεύτηκαν τις περιστάσεις και την αίγλη του παρελθόντος τους για να ανέλθουν κοινωνικά ή πολιτικά και να αποκομίσουν τα μέγιστα δυνατά οφέλη.
Πόσο σας επηρέασαν πραγματικά ιστορικά γεγονότα ή μαρτυρίες πολιτικών κρατουμένων; Βασιστήκατε σε έρευνα ή προτιμήσατε να αφήσετε περισσότερο τη φαντασία να καθοδηγήσει την αφήγηση;
• Όταν αναφερόμαστε σε πραγματικά γεγονότα, η έρευνα είναι όχι μόνο απαραίτητη αλλά και επιβεβλημένη. Τόσο πριν ξεκινήσω τη συγγραφή του βιβλίου όσο και κατά τη διάρκειά της πραγματοποίησα μια εκτενή έρευνα, διαβάζοντας βιβλία που αναφέρονταν στην εποχή της δικτατορίας, άρθρα από εφημερίδες εκείνης της περιόδου και προσωπικές μαρτυρίες ανθρώπων που βίωσαν τα γεγονότα. Η φαντασία μου αφέθηκε ελεύθερη στο κομμάτι της μυθοπλασίας, αλλά για να αφηγηθώ την ιστορία των εξόριστων και των κυνηγημένων από τη δικτατορία βασίστηκα απόλυτα στην έρευνά μου.
Η μνήμη και το παρελθόν επιστρέφουν διαρκώς στην πλοκή. Ποια σημασία έχει για εσάς η συλλογική μνήμη στην εξέλιξη της ιστορίας;
• Ανέκαθεν πίστευα ότι πρέπει να γνωρίζουμε σε βάθος την ιστορία μας και να μην αρκούμαστε στις επιφανειακές γνώσεις που παίρνουμε από το σχολείο. Μελετώντας την ιστορία, μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε πόσα λάθη έχουμε επαναλάβει διαχρονικά, λάθη που οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην άγνοια για το παρελθόν μας. Λαός που δεν ξέρει την ιστορία του, είναι καταδικασμένος να διαπράξει τα ίδια λάθη ξανά και ξανά, γι’ αυτό και η συλλογική μνήμη είναι τόσο σημαντική. Οφείλουμε, λοιπόν, να τη διατηρούμε με κάθε τρόπο και να μην ξεχνάμε το παρελθόν μας, αν θέλουμε να χτίσουμε γερές βάσεις για το μέλλον.
Πώς διαχειριστήκατε την εναλλαγή παρελθόντος και παρόντος; Ποια τεχνική σας βοήθησε να διατηρήσετε το σασπένς και την καθαρότητα της αφήγησης;
• Προσπάθησα να αναδείξω μέσα από την αφήγηση την αιτιώδη σχέση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Έτσι, χρησιμοποιώντας την τεχνική της αναδρομικής αφήγησης, παρουσίασα τις πράξεις των ηρώων στο παρελθόν οι οποίες οδήγησαν σε όσα συμβαίνουν σήμερα. Ο στόχος μου δεν ήταν να αφηγηθώ απλώς κάποια γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην περίοδο της δικτατορίας (πολλά από τα οποία είναι πραγματικά), αλλά να τα συνδέσω με την πλοκή που εκτυλίσσεται στη σημερινή εποχή. Έτσι, ο αναγνώστης παρακολουθεί δύο παράλληλες δράσεις, άρρηκτα δεμένες μεταξύ τους, ενώ ταυτόχρονα κατανοεί τα κίνητρα των ηρώων.
Η ατμόσφαιρα του βιβλίου είναι σκοτεινή και βαθιά ψυχολογική. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση για εσάς στο να διατηρήσετε την ένταση χωρίς να επιβαρύνετε τον αναγνώστη;
• Η σκοτεινή ατμόσφαιρα είναι για μένα απαραίτητο συστατικό στα ψυχολογικά θρίλερ και συμβάλλει στη διατήρηση τόσο της έντασης όσο και της αγωνίας. Ωστόσο, υπάρχουν διάσπαρτες μέσα στις σελίδες σκηνές πιο «ανάλαφρες», με ευδιάκριτο το στοιχείο του χιούμορ, ώστε να αποφορτίζεται ο αναγνώστης, να χαλαρώνει λίγο, και μετά να βουτά και πάλι στο μυστήριο και στο σκοτάδι. Η πρόκληση, λοιπόν, για μένα ήταν να μην κουράσω τον αναγνώστη με περιττές ανατροπές, αλλά να τον κάνω συνταξιδιώτη της ιστορίας, να μοιράζεται τα ίδια συναισθήματα με τους ήρωες όσο προχωράει η πλοκή.
Οι χαρακτήρες σας κινούνται ανάμεσα στο τραύμα και στην αναζήτηση δικαιοσύνης. Πιστεύετε ότι σε τέτοιες ιστορίες υπάρχει χώρος για πραγματική λύτρωση;
• Η λύτρωση είναι μια έννοια αρκετά σχετική, αφού για τον καθένα μπορεί να έχει διαφορετικό νόημα. Οριστική λύτρωση από ένα βαθύ τραύμα δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει, υπό την έννοια ότι το τραύμα αυτό ίσως να μην επουλωθεί ολοκληρωτικά ποτέ. Η απόδοση δικαιοσύνης, ωστόσο, σίγουρα θα το απαλύνει, θα ανακουφίσει κάπως την ψυχή, θα γλυκάνει τον πόνο, θα επιφέρει την αίσθηση της δικαίωσης.
Ο τίτλος Καιρός του Θερίζειν επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις. Τι σημαίνει για εσάς και σε ποιο επίπεδο θα θέλατε να τον ερμηνεύσει ο αναγνώστης – πολιτικό, ψυχολογικό ή υπαρξιακό
• Κάθε αναγνώστης μπορεί να το ερμηνεύσει διαφορετικά, ανάλογα με τα βιώματα και τη δική του ψυχοσύνθεση. Έτσι, ο τίτλος μπορεί να αφορά το υπαρξιακό, το πολιτικό, το ψυχολογικό ή οποιοδήποτε άλλο επίπεδο. Για μένα σημαίνει πως κάθε μας πράξη -καλή ή κακή- επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τόσο το παρόν όσο και το μέλλον μας. Για όλους φτάνει κάποτε η στιγμή του απολογισμού και της αποτίμησης του εαυτού μας, ο καιρός της επιβράβευσης, της δικαίωσης ή της τιμωρίας. Και η τιμωρία αυτή δεν είναι απαραίτητο πως θα επιβληθεί έξωθεν, από τον νόμο ή από τους ανθρώπους. Η χειρότερη τιμωρία είναι εκείνη που μας επιβάλει ο εαυτός μας, γιατί γνωρίζουμε πολύ καλά ό,τι καλό και κακό έχουμε κάνει και είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε με αυτό. Κάθε φορά που κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, ξέρουμε αν στο είδωλο που αντικρίζουμε βλέπουμε έναν άγγελο ή έναν δαίμονα. Επομένως, θερίζουμε ό,τι σπείραμε.

