Η απίστευτη (;) ιστορία της Τζόις Μπράουν
Η γυναίκα που ξεκίνησε να ζει στα εξήντα της, και έγινε σύμβολο ελπίδας για χιλιάδες ανθρώπους που δεν γνώρισε ποτέ
Υπάρχουν ιστορίες που, όσο απίστευτες κι αν ακούγονται, είναι αληθινές. Η ιστορία της Τζόις Μπράουν (Joyce Brown) είναι μία από αυτές. Αυτό το άρθρο είναι διαφορετικό από τα υπόλοιπα της σειράς. Η Τζόις δεν ήταν διάσημη. Δεν έγινε ποτέ είδηση, δεν υπάρχει σελίδα για εκείνη στη Wikipedia και δεν έδωσε ούτε μία συνέντευξη. Κι όμως, η ιστορία της έχει φτάσει σε χιλιάδες γυναίκες σε όλο τον κόσμο. Έχει φτάσει και σε όλους εμάς που διαβάσαμε τη Sandra L. Brown και, κατ’ επέκταση, σε όσους διαβάζουν όσα γράφω εδώ, συχνά χωρίς να ξέρουμε καν το όνομά της.

Η Τζόις ήταν η μητέρα της Sandra L. Brown, της ειδικού που έχει αφιερώσει τη δουλειά της στις παθολογικές σχέσεις (pathological love relationships). Η ίδια η Sandra μιλά για εκείνη στα newsletters της και την αναγνωρίζει ως πηγή έμπνευσης πίσω από πολλά από όσα προσφέρει το Ινστιτούτο της. Θα το σεβαστούμε αυτό: δεν θα σταθούμε στην οικογένεια, ούτε στις σχέσεις που πέρασε η Τζόις, ούτε σε πρόσωπα που δεν έχουν θέση σε αυτή την ιστορία. Αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι τι της συνέβη. Είναι τι έκανε μετά.
Μια γυναίκα που δεν χωρούσε σε κανένα καλούπι
Η Τζόις μεγάλωσε φτωχή, στην Αλαμπάμα, σε μια εποχή που υπήρχαν έντονες φυλετικές εντάσεις. Τα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής της τα πέρασε σχεδόν αποκλειστικά μέσα στο νοσοκομείο, με μια σπάνια νεφρική νόσο, και κανείς δεν περίμενε ότι θα ζήσει μια φυσιολογική ζωή. Δεν έζησε απλά. Έζησε μία ζωή πολύ «μεγαλύτερη» από αυτό που θεωρούμε φυσιολογικό.
Η οικογένειά της μετακόμισε αργότερα στο Σινσινάτι. Δεν υπήρχαν χρήματα για σπουδές, οπότε δεν πήγε πανεπιστήμιο. Παρ’ όλα αυτά, τη δεκαετία του 1970, χωρίς κανένα πτυχίο, έγινε διευθύντρια μάρκετινγκ σε δέκα ξενοδοχεία μιας αλυσίδας -ήταν μια θέση που μέχρι τότε είχαν μόνο άντρες. Είχε εταιρικό αυτοκίνητο, λογαριασμό εξόδων, ακόμη και ειδικό λογαριασμό για ρούχα (και τα παπούτσια ήταν η μεγάλη της αδυναμία).
Η εταιρεία την αγαπούσε και την προσέφερε ό,τι ζητούσε για να μείνει. Μια μέρα που χιόνιζε η υπάλληλος της ρεσεψιόν δεν μπόρεσε να έρθει και της ζήτησαν να αναλάβει εκείνη τα τηλεφωνήματα για να ξυπνήσουν οι πελάτες. Για να βεβαιωθεί ότι δεν θα της το ξαναζητήσουν, ξύπνησε τους πελάτες με το δικό της στυλ: «Καλημέρα! Αυτό είναι το πρωινό ξύπνημα. Οκτώ η ώρα. ΣΗΚΩΘΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ!» Λίγο αργότερα, στο εστιατόριο, ρώτησε τους ξαφνιασμένους πελάτες αν πήραν το τηλεφώνημά τους. «Ναι», της απάντησε ένας, «και ήταν αρκετά ασυνήθιστο!»
Αυτή ήταν η Τζόις. Ατρόμητη, με χιούμορ και με μια προσωπικότητα που δεν χωρούσε εύκολα πουθενά.
Ήταν μια γυναίκα που όσοι την ήξεραν δεν θα μπορούσαν να φανταστούν ότι βρισκόταν σε μια παθολογική σχέση.
Το σημείο μηδέν
Η Τζόις πέρασε από δύο διαδοχικές παθολογικές σχέσεις, που κράτησαν δεκαετίες. Αρκεί να πούμε ότι στα 60 της βρέθηκε να ξεκινά τα πάντα από την αρχή, χωρισμένη και χωρίς χρήματα. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια της κόρης της, η Τζόις βρισκόταν σε μια «συναισθηματική εμβρυακή στάση», όπως συμβαίνει σε τόσους ανθρώπους μετά από τέτοιες σχέσεις.
Ρώτησε ό,τι ρωτάμε όλοι: Τι μου συνέβη; Εγώ φταίω για αυτό; Που έφταιξε εκείνος; Γιατί δεν μπορώ να σταματήσω να τον σκέφτομαι; Τι έκανα λάθος;
Δεν είχε κάνει ποτέ ψυχοθεραπεία. Είχε μόνο λίγους φίλους, που κάποια στιγμή κουράστηκαν, όπως κουράζονται οι φίλοι όταν η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Στα εξήντα, θα της ήταν εύκολο να πει ότι δεν θα ξαναβρεί την αγάπη και δεν θα γιατρευτεί. Θα ήταν ακόμη πιο εύκολο να πικραθεί, να στραφεί στην εκδίκηση ή απλά να μείνει «κολλημένη» στον άνθρωπο που την πλήγωσε. Εκείνη έκανε κάτι διαφορετικό.
Η ερώτηση που άλλαξε τα πάντα
Η Τζόις σταμάτησε να ρωτά «πού έφταιξε εκείνος» και ρώτησε κάτι πολύ πιο δύσκολο, και πολύ πιο ελευθερωτικό:
«Τι συμβαίνει (ή τι δεν συμβαίνει στη δική μου ζωή) ώστε να καταλήξω με έναν κοινωνιοπαθή; Εντάξει, δεν ήξερα τι ήταν αυτός. Τα έλεγε όλα σωστά. Αλλά τι μου δείχνει αυτό για μένα, για την κατάσταση της ζωής μου, και τι πρέπει να αλλάξει ώστε να μην διαλέξω ξανά κάποιον τέτοιο;»
Πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι: αυτό δεν σημαίνει ότι φταίνε τα θύματα. Την ευθύνη της κακοποίησης την έχει πάντα όποιος κακοποιεί. Η Τζόις δεν έψαχνε ενοχές. Έψαχνε τρόπο να πάρει πίσω τον έλεγχο της δικής της ζωής.
Η απάντηση που βρήκε ήταν ότι η ενέργεια που την είχε τραβήξει σε εκείνους τους ανθρώπους ήταν στην πραγματικότητα ενέργεια που της έλειπε από τη δική της ζωή. «Αγαπούσα την ενέργεια αυτών των αντρών», έλεγε. «Αλλά τι ήταν αυτή η ενέργεια, και γιατί δεν μπορούσα να την έχω αλλιώς; Ήταν ο ψυχοπαθής ο μόνος τρόπος για να νιώσω ζωντανή;»
Κατέληξε σε μια φράση που έγινε το κεντρικό της μήνυμα:
«Αν δεν ζεις μια ζωή τόσο μεγάλη όσο η καρδιά σου, όσο η προσωπικότητά σου, όσο τα όνειρά σου, τότε οποιοσδήποτε ψυχοπαθής θα το κάνει αυτό για εσένα.»

Η απάντηση: μια πραγματικά μεγάλη ζωή
Δεκαέξι χρόνια αργότερα είχε απαντήσει στην ερώτησή της όχι με λόγια, αλλά με πράξεις:
Στα εξήντα της πήγε πρώτη φορά στο πανεπιστήμιο. Ταξίδεψε στη Γουατεμάλα και στο Ισραήλ, ως μέλος ιεραποστολής, αλλά αυτή η δράση της της έληξε απότομα όταν τη βρήκαν να καπνίζει κρυφά πίσω από μια καμήλα. Στην πιο διάσημη φωτογραφία από εκείνο το ταξίδι δίνει ένα φιλί στην καμήλα. «Γιατί όχι; Έχω φιλήσει αρκετούς βατράχους στη ζωή μου», εξήγησε.
Ξεκίνησε να ζωγραφίζει, να κάνει γλυπτική και να κεντάει ρούχα. Μέχρι το τέλος της ζωής της ζωγράφισε σχεδόν εξήντα πίνακες και στα εξήντα πέντε της έκανε την πρώτη της έκθεση ζωγραφικής. Όταν δεν είχε χρήματα για χαλί στη τραπεζαρία, ζωγράφισε ένα στο ξύλινο πάτωμα, ξαπλωμένη μπρούμυτα για εβδομάδες. Ύστερα έραψε ένα φόρεμα για ένα πάρτι από το δαντελένιο τραπεζομάντιλο της τραπεζαρίας της. Μετακόμισε σε ένα σπιτάκι με ένα μόνο δωμάτιο δίπλα στη θάλασσα για να «αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο και να κάνει πάρτυ». Οδηγούσε ένα ανοιχτό Miata για να νιώθει την αδρεναλίνη που δεν της έδινε πια κανείς.
Στα εβδομήντα της έμαθε χορό της κοιλιάς για να αποδείξει στον εαυτό της ότι εξακολουθεί να είναι ελκυστική. Πήγε στο Παρίσι για να φλερτάρει ωραίους άντρες και να βεβαιωθεί ότι δεν έχει χάσειτη γοητεία της. Αγόρασε μοτοσικλέτα, για να έχει πάντα κάτι «καυτό να καβαλάει». Έγινε εθελόντρια σε νοσοκομείο για να παρηγορεί τους αρρώστους, και έκανε συσσίτιο κάθε εβδομάδα για τους φτωχούς για να δίνει σε άλλους την υπερ-ενσυναίσθηση που διαφορετικά θα μπορούσε να καταλήξει ξανά σε κάποιον ψυχοπαθή. Και κάποια στιγμή ταξίδεψε με καταμαράν στις Μπαχάμες, παρότι δεν ήξερε κολύμπι, για να αντιμετωπίσει τον φόβο της για το ότι μπορεί να πέσει στη θάλασσα και να πνιγεί.
Δεν ήταν ένα «πρόγραμμα αποθεραπείας». Ήταν ένα πείραμα ζωής: τι χρειάζομαι για να νιώθω ζωντανή, και πώς το δίνω στον εαυτό μου χωρίς να το ζητήσω από κανέναν άλλον;

Το κέικ και το γλάσο
Η Τζόις είχε μια εικόνα για όλο αυτό: «Η σχέση είναι το γλάσο στο κέικ. ΔΕΝ είναι το κέικ. Μην μπερδεύεις την ανάγκη να ζεις με το γλάσο. Το να ζεις ΕΙΝΑΙ το κέικ. Όλα τα άλλα, και οι σχέσεις, είναι απλώς το γλάσο.»
Η ιδέα της δεν έμεινε στα λόγια. Η ψυχολόγος Jennifer Young (LMHC) λέει ότι η μεγαλύτερη ιδέα που πήρε από την Τζόις είναι το «Not One More Minute» («Ούτε ένα λεπτό ακόμα»). Το χρησιμοποιεί με τις γυναίκες που βοηθά και, όπως λέει, εκείνες νιώθουν αμέσως ότι μπορούν να αποδεσμευτούν: «Δεν θα σε αφήσω να πάρεις ούτε ένα λεπτό ακόμα από τον χρόνο μου, την ενέργειά μου, την αγάπη μου, τη φροντίδα μου». Είναι ένα σημείο τέλους, μια στιγμή που λες «τελείωσα». Δεν χρειάζεται να αλλάξει ο άλλος. Αλλάζεις εσύ τη θέση σου.
Η ομιλία της «Get a Great Life» («Φτιάξε μια υπέροχη ζωή») έγινε από τα βασικά μηνύματα των retreats της Sandra L. Brown. Δεν προτείνει να σέρνεσαι προς την ανάρρωση, σέρνωντας την ψυχή σου πίσω σου, αλλά να ορμήσεις στη ζωή σου και να τη γεμίσεις μέχρι πάνω με ό,τι χρειάζεται η δική σου προσωπικότητα.

Το τελευταίο ποτό
Η Τζόις πέθανε στα 76 της. Λίγες ώρες πριν, στο κρεβάτι του νοσοκομείου, όταν της είπαν ότι θέλουν να πιουν στην υγειά της και στη ζωή της, έστρωσε τα μαλλιά της όπως συνήθιζε και απαίτησε: «Εμπρός λοιπόν, ανασηκώστε αυτό το κρεβάτι!» Με ένα ποτήρι Jack Daniel’s στο χέρι είπε:
«Είχα μια υπέροχη ζωή. Έζησα, έμαθα πώς να έχω μια υπέροχη ζωή, και με αγάπησαν. Ποιος μπορεί να ζητήσει περισσότερα;»
Γιατί έχει σημασία
Στις 16 Οκτωβρίου ήταν η επέτειος του θανάτου της. Η Τζόις δεν έγραψε βιβλίο, δεν ίδρυσε οργανισμό και δεν έγινε διάσημη. Έκανε κάτι που σήμερα φαίνεται σχεδόν σπάνιο: έζησε καλά και το έμαθε αυτό και σε άλλους.
Μια γυναίκα από την κοινότητα των επιζώντων, στη μνήμη της, έγραψε: «Ευχαριστώ, καλή μας κυρία, για την κληρονομιά που άφησες σε πολλούς ανθρώπους που δεν γνώρισες ποτέ, αλλά σε αγάπησαν μετά τον θάνατό σου. Για την ξεροκεφαλιά, την επιμονή, το κουράγιο και το υπέροχο χιούμορ σου.»
Η ιστορία της δεν λέει ότι δεν θα πονέσεις ή ότι θα γιατρευτείς γρήγορα. Λέει ότι, ακόμη κι αν είσαι εξήντα χρονών, με ραγίσματα από τη ζωή και χωρίς να έχεις κάνει ψυχοθεραπεία ή να έχεις χρήματα, δεν είναι αργά. Ότι το πρόβλημα που έχεις δείχνει συχνά προς τη λύση που χρειάζεσαι. Και ότι η ζωή που χτίζεις μετά είναι ο καλύτερος τρόπος να μην ξαναβρεθείς εκεί.
Γίνε εκείνη που δεν περιμένει την τέλεια στιγμή για να αρχίσει να ζει.
Γίνε μια ύπαρξη που γεμίζει τη ζωή της μέχρι το χείλος, πριν αφήσει κάποιον άλλον να το κάνει για αυτήν.

