Κατερίνα Ανδριανάκη:«Μέσα στον Εγκλεισμό, Βρήκαμε την Ανθρωπιά»
Σε μια εποχή όπου η μνήμη της πανδημίας μοιάζει να ξεθωριάζει, αλλά τα αποτυπώματά της επιμένουν μέσα μας, η Κατερίνα Ανδριανάκη επανέρχεται με ένα έργο που δεν μιλά για τον εγκλεισμό, αλλά από τον εγκλεισμό. Με λόγο καθαρό, ειρωνικό και βαθιά ανθρώπινο, ανοίγει ένα παράθυρο σε δύο άντρες–δύο κλέφτες–που βρίσκονται κλεισμένοι μαζί και, μέσα από χιούμορ, φόβους και απρόσμενες εξομολογήσεις, απογυμνώνουν όσα συνήθως κρύβουμε πίσω από ρόλους και άμυνες. Η ίδια μιλά για την έμπνευση, τις σιωπές και τις μικρές αλήθειες που γεννήθηκαν μέσα στη μεγάλη παγκόσμια παύση, φωτίζοντας γιατί αυτή η ιστορία —μια ιστορία ανθρώπινης ευθραυστότητας και αμήχανης συντροφικότητας— παραμένει ακόμη σήμερα τόσο αναγνωρίσιμη.
Επιμέλεια συνέντευξης: Βασιλική Ευαγγέλου-Παπαθανασίου
Πώς γεννήθηκε η ιδέα δύο αντρών να συζητούν για τη ζωή τους εν μέσω εγκλεισμού;
Η ιδέα γεννήθηκε από τη μοναδική, σχεδόν παράδοξη συνθήκη του εγκλεισμού που ζήσαμε όλοι στην πανδημία. Εκείνη την περίοδο διαπιστώσαμε πόσο έντονα η απομόνωση αναγκάζει τους ανθρώπους να στραφούν προς τον εαυτό τους, αλλά και πόσο απροσδόκητες γίνονται οι σχέσεις όταν δύο άτομα βρίσκονται «φυλακισμένα» μαζί, είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά.
Σκέφτηκα λοιπόν δύο άντρες –δύο κλέφτες– που βρίσκονται κλεισμένοι σε έναν χώρο όχι από επιλογή αλλά από συγκυρία. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, οι άμυνες πέφτουν, το χιούμορ γίνεται επιβίωση και η προσωπική ιστορία του καθενός βγαίνει στην επιφάνεια, με τρόπο που δεν θα συνέβαινε ποτέ σε συνθήκες «κανονικής» ζωής. Η πανδημία λειτούργησε ως δραματουργικό εργαλείο: όχι ως θέμα, αλλά ως πλαίσιο που επιτρέπει στους χαρακτήρες να εκτεθούν, να συγκρουστούν και τελικά να αποκαλύψουν την ανθρωπιά τους.
Τι σε ενέπνευσε περισσότερο από την περίοδο του Κορωνοϊού; Η σιωπή, ο φόβος, η απομόνωση ή κάτι άλλο;
Αυτό που με ενέπνευσε περισσότερο από την περίοδο του κορωνοϊού δεν ήταν μόνο ο φόβος ή η απομόνωση, αλλά η παράξενη παύση που βιώσαμε όλοι. Η ζωή, ξαφνικά, έκανε ένα παγκόσμιο «διάλειμμα» και μέσα στη σιωπή αυτής της παύσης άρχισαν να ακούγονται πράγματα που πριν καλύπτονταν από τον θόρυβο της καθημερινότητας: οι ατομικές μας αγωνίες, η ανάγκη μας για συντροφικότητα, οι τυχαίες μικρές αλήθειες που λέμε μόνο όταν δεν έχουμε πια πού να κρυφτούμε.
Με ενέπνευσε επίσης το πόσο διαφορετικά αντιδρούν οι άνθρωποι όταν στριμώχνονται σε έναν περιορισμένο χώρο – κυριολεκτικά και ψυχικά. Εκεί εμφανίζονται οι αντιφάσεις, το χιούμορ, οι φόβοι, αλλά και η ευαλωτότητα που, τελικά, μας κάνει ανθρώπινους. Αυτή η συνθήκη ήταν το ιδανικό υπόβαθρο για να βάλω δύο κλέφτες να μοιραστούν τη ζωή τους: γιατί μέσα σε έναν εγκλεισμό, ακόμα και οι πιο σκληροί χαρακτήρες αναγκάζονται να ανοίξουν χαραμάδες προς τον άλλον.
Οι δύο άντρες είναι συμβολικές φιγούρες ή βασίζονται σε πραγματικά πρόσωπα;
Οι δύο άντρες δεν βασίζονται σε πραγματικά πρόσωπα· λειτουργούν περισσότερο ως συμβολικές φιγούρες. Τους έδωσα τα ονόματα Τομ και Τζέρι ως μια χιουμοριστική αναφορά στη διάσημη «αιώνια καταδίωξη» του γνωστού διδύμου, όχι όμως για να αναπαραγάγω τους χαρακτήρες του καρτούν. Στο έργο μου, τα ονόματα λειτουργούν σαν παιχνιδιάρικη αντιπαράθεση: δύο άνθρωποι που βρίσκονται παγιδευμένοι στον ίδιο χώρο, αναγκασμένοι να ξεσκεπάσουν ο ένας τον άλλον, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη δική τους εσωτερική πάλη.
Με αυτόν τον τρόπο, οι Τομ και Τζέρι του έργου δεν είναι μιμήσεις, αλλά δύο ολοκληρωμένοι, πρωτότυποι χαρακτήρες που κουβαλούν απλώς μια ευρηματική υπενθύμιση της παιδικής, «καρτουνίστικης» λογικής του κυνηγητού — μιας λογικής που, στην πραγματικότητα, κουβαλάμε όλοι μέσα μας.
Ποια είναι η κεντρική θεματική του έργου; Η φιλία; Η ανθρώπινη ευθραυστότητα; Η αναζήτηση νοήματος;
Η κεντρική θεματική του έργου δεν είναι μόνο μία· είναι το σημείο όπου τέμνονται η φιλία, η ανθρώπινη ευθραυστότητα και η αναζήτηση νοήματος. Μέσα στον εγκλεισμό, οι δύο κλέφτες έρχονται αντιμέτωποι όχι τόσο με τον νόμο όσο με τον εαυτό τους. Η αμηχανία, το χιούμορ, οι εξομολογήσεις και οι συγκρούσεις τους αποκαλύπτουν πόσο εύθραυστοι είμαστε όλοι όταν οι άμυνές μας καταρρέουν.
Την ίδια στιγμή, όμως, αναπτύσσεται μια απρόσμενη μορφή συντροφικότητας — μια φιλία σχεδόν παράδοξη, φτιαγμένη από ανάγκη αλλά και από μια βαθιά επιθυμία για σύνδεση. Κι εκεί προκύπτει και το υπόγειο ερώτημα του έργου: τι μένει από εμάς όταν όλα τα εξωτερικά στηρίγματα πέφτουν; Ποιο νόημα δίνουμε στη ζωή μας, ακόμα κι αν αυτή μας βρίσκει μέσα σε μια «κρυψώνα»;
Έτσι, η ιστορία των Τομ και Τζέρι γίνεται ένας μικρόκοσμος της ανθρώπινης κατάστασης — μια αναμέτρηση με όσα προσπαθούμε να αποφύγουμε, αλλά τελικά οριοθετούν ποιοι είμαστε.
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, άλλαξε ο τρόπος που βλέπεις τη θεατρική γραφή και την καλλιτεχνική δημιουργία;
Ναι, η πανδημία άλλαξε τον τρόπο που βλέπω τη θεατρική γραφή και γενικότερα την καλλιτεχνική δημιουργία. Εκείνη η περίοδος μου έδειξε πόσο ουσιαστικό είναι το να γράφεις από την ανάγκη και όχι απλώς για την ανάγκη ενός θέματος. Ο περιορισμός, η σιωπή και η αίσθηση ότι ο χρόνος πάγωσε, με ώθησαν να στραφώ περισσότερο στην εσωτερικότητα των χαρακτήρων και λιγότερο στον εξωτερικό εντυπωσιασμό.
Η θεατρική γραφή, μέσα σε αυτές τις συνθήκες, έγινε για μένα πιο μινιμαλιστική, αλλά και πιο ειλικρινής· σαν να χρειάζεται λιγότερα για να φανεί περισσότερη αλήθεια. Κατάλαβα επίσης ότι το θέατρο δεν είναι μόνο σκηνή και φως — είναι πάνω απ’ όλα ανθρώπινη παρουσία, ακόμη κι αν αυτή εκφράζεται μέσα από δύο ανθρώπους κλεισμένους σε έναν χώρο.
Με έναν τρόπο, η πανδημία μού θύμισε ότι η δημιουργία γεννιέται από τις ρωγμές: όταν τα πράγματα στενεύουν, τότε ανοίγουν χώροι που δεν περιμέναμε. Κι εκεί ξεκινούν οι ιστορίες.
Οι διάλογοι μεταξύ των δύο αντρών αποκαλύπτουν φόβους, εξομολογήσεις ή κρυφές αλήθειες; Τι σε ενδιέφερε περισσότερο να φωτίσεις;
Οι διάλογοι μεταξύ των δύο αντρών λειτουργούν σαν ένα συνεχές ξεφλούδισμα των προσωπείων τους. Δεν με ενδιέφερε να κάνω μια απλή ανταλλαγή ατακών, αλλά να χτίσω μια δυναμική όπου κάθε φράση τους αποκαλύπτει κάτι που ίσως οι ίδιοι δεν είχαν το θάρρος να παραδεχτούν ούτε στον εαυτό τους.
Υπάρχουν φόβοι, υπάρχουν εξομολογήσεις, αλλά κυρίως υπάρχουν μικρές, απρόβλεπτες αλήθειες που ξεπηδούν μέσα από το χιούμορ και την αμηχανία του εγκλεισμού. Αυτό που ήθελα περισσότερο να φωτίσω ήταν το σημείο στο οποίο δύο άνθρωποι –ιδιαίτερα δύο «σκληροί», όπως δύο κλέφτες– σταματούν να παίζουν τον ρόλο τους και αρχίζουν να μιλούν ως άνθρωποι.
Με ενδιέφερε η στιγμή που η επιβίωση συναντά την ευαλωτότητα, όταν μια ατάκα που φαίνεται αστεία λέγεται για να κρύψει έναν φόβο, και όταν ένα θυμωμένο ξέσπασμα δεν είναι παρά μια εξομολόγηση μεταμφιεσμένη. Εκεί, στις ρωγμές του λόγου τους, κρύβεται η αλήθεια που ήθελα να αναδείξω.
Υπάρχει κάποιο προσωπικό βίωμα που πέρασε συνειδητά ή ασυνείδητα στο έργο;
Νομίζω ότι, όπως σε κάθε δημιουργία, και εδώ πέρασαν προσωπικά βιώματα — όχι απαραίτητα ως γεγονότα, αλλά ως συναισθήματα και μνήμες. Δεν υπάρχει κάτι αυτοβιογραφικό στην πλοκή, όμως οι στιγμές μοναξιάς, η ανάγκη για σύνδεση, ο φόβος της αβεβαιότητας και η αίσθηση ότι «μένεις μόνος με τον εαυτό σου» είναι εμπειρίες που όλοι ζήσαμε, κι εγώ μαζί.
Αυτά τα στοιχεία μπήκαν στο έργο περισσότερο υπόγεια παρά συνειδητά. Σαν να βρήκαν μόνα τους τον δρόμο προς τους χαρακτήρες και τους διαλόγους. Ίσως γι’ αυτό οι Τομ και Τζέρι, παρότι δύο φανταστικοί κλέφτες, κουβαλούν κάτι πολύ ανθρώπινο: κάτι από τις σιωπές και τις σκέψεις που είχα κι εγώ εκείνη την περίοδο.
Πώς ονειρεύεσαι την παράσταση; Με λιτή σκηνογραφία ή με πιο ποιητικές, ατμοσφαιρικές εικόνες;
Ονειρεύομαι την παράσταση με μια αισθητική που συνδυάζει τη λιτότητα με μια υπόγεια ποιητικότητα. Η σκηνή δεν χρειάζεται να είναι φορτωμένη· ο εγκλεισμός των δύο αντρών λειτουργεί καλύτερα μέσα σε έναν καθαρό, σχεδόν μινιμαλιστικό χώρο, όπου κάθε αντικείμενο αποκτά δραματουργικό βάρος.
Ταυτόχρονα, όμως, φαντάζομαι ατμοσφαιρικές εικόνες που δεν υπερτονίζουν τον ρεαλισμό αλλά φωτίζουν την εσωτερική τους διαδρομή — μικρές ποιητικές στιγμές από φως, σκιά, ήχους και παύσεις. Η σκηνική λιτότητα γίνεται έτσι καμβάς για να αναδειχθεί η ένταση και η ανθρωπιά της σχέσης τους.
Με άλλα λόγια, όχι εντυπωσιασμός, αλλά μια λιτή αισθητική που επιτρέπει στην ποίηση των δύο αντρών να αναπνεύσει.
Πιστεύεις ότι το κοινό, σήμερα, χρειάζεται ακόμη έργα που αναφέρονται στην περίοδο της πανδημίας; Γιατί;
Πιστεύω ότι το κοινό δεν χρειάζεται απαραίτητα έργα για την πανδημία, αλλά σίγουρα χρειάζεται έργα που γεννήθηκαν μέσα από εκείνη την εμπειρία. Η πανδημία ήταν ένα συλλογικό τραύμα, μια ρωγμή που άφησε σημάδια στον τρόπο που ζούμε, που σχετιζόμαστε και που σκεφτόμαστε. Ακόμα κι αν δεν θέλουμε να την ξαναζήσουμε, κουβαλάμε τα αποτυπώματά της.
Γι’ αυτό και τα έργα που την προσεγγίζουν μέσα από ανθρώπινες ιστορίες —όχι ως χρονικό, αλλά ως αφορμή για να μιλήσουν για φόβο, σύνδεση, ευαλωτότητα, ελπίδα— μπορούν ακόμη να αγγίξουν το κοινό. Δεν είναι θέμα επικαιρότητας, αλλά αλήθειας.
Κι ίσως όσο απομακρυνόμαστε χρονικά, τόσο περισσότερο έχουμε ανάγκη να δούμε εκείνη την περίοδο όχι με τρόμο αλλά με κατανόηση: για το τι μας άλλαξε και τι τελικά μας έμεινε.
Ποιο μήνυμα θα ήθελες να κρατήσει ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση;
Θα ήθελα ο θεατής να φύγει με την αίσθηση ότι η ανθρώπινη σύνδεση είναι πιο δυνατή και πιο ευάλωτη ταυτόχρονα από όσο συνήθως φανταζόμαστε. Να δει ότι, ακόμα και στις πιο περιοριστικές συνθήκες, ακόμα και σε χαρακτήρες που φαινομενικά είναι «σκληροί» ή «απομονωμένοι», υπάρχει χώρος για χιούμορ, εξομολογήσεις και αλήθειες που φωτίζουν την ανθρώπινη πλευρά τους.
Το έργο δεν θέλει να δώσει μια λύση ή μια σαφή απάντηση, αλλά να αφήσει τον θεατή να σκεφτεί πόσο εύθραυστοι είμαστε όλοι και πόσο σημαντικό είναι να βρίσκουμε τρόπους να συνδεόμαστε — έστω και μέσα από αστεία, συγκρούσεις ή μικρές εξομολογήσεις. Κάθε στιγμή συνύπαρξης μπορεί να γίνει μια ανακάλυψη της ανθρωπιάς μας.
Αν οι δύο άντρες μπορούσαν να συναντήσουν τον μελλοντικό τους εαυτό μετά από 10 χρόνια, τι θα ήθελες να του πουν;
Αν οι δύο άντρες συναντούσαν τον μελλοντικό τους εαυτό μετά από 10 χρόνια, θα ήθελα να του πουν κάτι σαν: «Μην ξεχνάς ποιοι ήμασταν όταν έπρεπε να επιβιώσουμε με τα λίγα, όταν κρυβόμασταν αλλά μιλούσαμε για όλα. Μη χάσεις την ανθρωπιά σου — ούτε το χιούμορ σου».
Στο βάθος, αυτό που με ενδιαφέρει είναι να δείξω ότι, ακόμα κι αν η ζωή μας αλλάξει δραματικά, οι μικρές αλήθειες μας —ο φόβος, η ευαλωτότητα, η ανάγκη για σύνδεση— παραμένουν και μας καθορίζουν. Και ίσως, μέσα σε όλη αυτή την «αναμέτρηση» με τον εαυτό μας, να υπάρχει και λίγη ειρωνεία, λίγη τρυφερότητα και πολύ χιούμορ.

