Άννα Σιμιτσοπούλου : «Ζητείται φωνή»: Η ποίηση ως πράξη ισορροπίας και εσωτερικής αλήθειας
Με αφορμή την ποιητική συλλογή της «Ζητείται φωνή», η δημιουργός μάς ανοίγει έναν βαθιά προσωπικό και ανθρώπινο διάλογο γύρω από τη σιωπή, τη μοναξιά, την ελπίδα και την ανάγκη της έκφρασης. Μέσα από τις λέξεις της, η ποίηση γίνεται κάθαρση, τρόπος αυτογνωσίας αλλά και γέφυρα σύνδεσης με τους άλλους. Η ίδια μιλά για τη μητρότητα, τις προσωπικές δοκιμασίες, την πίεση της σύγχρονης κοινωνίας και τον άνθρωπο-«ακροβάτη» που παλεύει καθημερινά να κρατήσει την ισορροπία του πάνω στο τεντωμένο σκοινί της ζωής. Μια συνέντευξη για τη δύναμη της φωνής, την αξία της ευαισθησίας και τη βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να ακουστεί.
Επιμέλεια: Βασιλική Ευαγγέλου-Παπαθανασίου
Τι σας ενέπνευσε να γράψετε τη συλλογή «Ζητείται φωνή »;
Η έμπνευση δεν προήλθε από μία συγκεκριμένη στιγμή αλλά από μια εσωτερική, επίμονη αίσθηση ότι η σιωπή, όταν παρατείνεται, παύει να είναι απλώς απουσία λόγου, μετατρέπεται σε τρόπο ύπαρξης.
Το «Ζητείται φωνή» γεννήθηκε, λοιπόν, από αυτήν την ανάγκη μετατόπισης από τη σιωπή προς την έκφραση, από την εσωτερική αποσιώπηση προς τη διεκδίκηση φωνής. Και αυτή η ανάγκη δεν είναι μόνο προσωπική, είναι βαθιά ανθρώπινη, σχεδόν συλλογική.
Γιατί επιλέξατε τον τίτλο «Ακροβάτης της ζωής»; Τι συμβολίζει για εσάς;
Ο ακροβάτης είναι, για μένα, η πιο αληθινή εικόνα του ανθρώπου μέσα στη ζωή. Μια διαρκής ισορροπία πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί εμπειριών, συναισθημάτων και σχέσεων, όπου τίποτα δεν είναι απόλυτα σταθερό και ασφαλές.
Περιγράφει την ιδιότητα του ανθρώπου-ακροβάτη ο οποίος καλείται να εμπιστευτεί, να αγαπήσει, να συνδεθεί, να ελπίσει, διακινδυνεύοντας να πληγωθεί, να προδοθεί. Είναι λεπτή η γραμμή ανάμεσα στην πτώση και στην ισορροπία που. Το πώς πέφτεις κάθε φορά και πώς αποφασίζεις να σηκωθείς σε πλάθει και σε εξελίσσει σαν άνθρωπο.
Ο «Ακροβάτης της ζωής» είναι ο άνθρωπος που συνεχίζει να προχωρά με τόλμη και δεξιοτεχνία στο τεντωμένο σκοινί χωρίς να γνωρίζει για πόσο θα παραμείνει όρθιος, έχοντας τη βαθιά εσωτερική αποδοχή ότι η ίδια η προσπάθεια της ισορροπίας είναι η ουσία της ύπαρξης.
Ποια προσωπικά βιώματα κρύβονται πίσω από τα ποιήματα;
Πράγματι σε κάθε ποίημα έχω φυλαγμένα βιώματα και εσωτερικές καταστάσεις έντονου προσωπικού αποτυπώματος. Η ποίηση για μένα είναι κάθαρση, ψυχοθεραπεία, είναι ο τρόπος μου να παίρνω απόσταση απ’ όσα συμβαίνουν γύρω και μέσα μου.
Η αίσθηση της μοναξιάς, σε διαφορετικές περιόδους της ζωής μου, υπήρξε έντονη. Μια από τις πιο καθοριστικές ήταν αρχή της μητρότητας όπου βρέθηκα σε μια σκληρή αναμέτρηση με τον ίδιο μου τον εαυτό. Η λοχεία είναι μια περίοδος εσωτερικής αναπλαισίωσης, δοκιμάζεται η σχέση της γυναίκας με το σώμα της, την ταυτότητά της, τους ρόλους της και τους ανθρώπους γύρω της. Μέσα σε αυτήν τη συνθήκη γεννήθηκε το ποίημα «Της αδειανής ντουλάπας». Το ψιθύρισα απνευστί, ένα βράδυ, στην κόρη μου, όταν εκείνη ήταν μωρό και κοιμόταν. Παραδόθηκε στη συλλογή ως ακατέργαστη, αυτοστιγμεί, εξομολόγηση.
Το «Πάντα ρει» γράφτηκε, επίσης, σε μια αντίστοιχη στιγμή, σε μια νύχτα προσωπικής δοκιμασίας, ως μια εσωτερική συνομιλία με τον εαυτό μου, μια προσπάθεια να δώσω τη δύναμη στον εαυτό μου να ξανασηκωθεί.
Παράλληλα, ως μαθήτρια αλλά και ως εκπαιδευτικός, έρχομαι πολλές φορές αντιμέτωπη με την πίεση «αριστείας». Συναντώ παιδιά sτα οποία, αντί να δίνουμε φτερά για να πετάξουν, ως οφείλουμε, τα φορτώνουμε με όνειρα, προσδοκίες, απωθημένα γονέων/ κοινωνίας. Να τι γέννησε το « Δυο χέρια ελεύθερα» και το «Εις άτοπον απαγωγή ορισμός».
.
Στα ποιήματά σας εμφανίζονται έντονα η μοναξιά, η ελπίδα και η εμπιστοσύνη. Γιατί σας απασχολούν αυτά τα θέματα;
Πρόκειται για στάσεις/ συναισθήματα με τα οποία ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τον εαυτό του, τους σημαντικούς άλλους, τη ζωή. Ποιος δεν έχει αισθανθεί μόνος ακόμη κι όταν είναι με συντροφιά, ποιος δεν έχει ελπίσει, ποιος δεν έχει δοκιμαστεί στην εμπιστοσύνη;
Έχω βιώσει αντίστοιχες συνθήκες, κι αν κάτι με έκανε να συνεχίσω να βαδίζω ήταν η ελπίδα πως πάντα στο τέλος νικά το φως. Όσες φορές κι αν αισθανθώ μόνη, πληγωθώ, προδοθώ από «ανθρώπους μικρούς», δε θα πάψω να εμπιστεύομαι, να νιώθω, να ελπίζω… να είμαι άνθρωπος!
Πώς γεννιέται συνήθως ένα ποίημά σας;
Άλλοτε γεννιέται ξαφνικά, σαν εσωτερική ρωγμή που ζητά άμεση έκφραση και άλλοτε ωριμάζει μέσα από την αίσθηση και την έλξη που μου δημιουργούν κάποιες λέξεις ή φράσεις. Μου αρέσει να χτίζω ιστορίες γύρω τους, να τις χρησιμοποιώ συμβολικά, να τις παραφράζω.
Όλα τα ποιήματα είναι κομμάτια μου και σίγουρα κάποια ξεχωρίζουν μέσα με όρους μνήμης, γιατί θυμάμαι με ακρίβεια τη στιγμή που γράφτηκαν, το συναίσθημα που τα γέννησε ή την ανακούφιση που μου χάρισαν όταν ολοκληρώθηκαν.
Υπάρχει κάποιο ποίημα της συλλογής που αγαπάτε περισσότερο; Γιατί;
Δεν μπορώ να ξεχωρίσω ένα μόνο ποίημα, γιατί η συλλογή λειτουργεί ως ενιαία διαδρομή. Κάθε ποίημα αντιστοιχεί σε μια διαφορετική εσωτερική στιγμή. Περισσότερο από ένα ποίημα, ως μονάδα, αγαπώ τη συνολική τους πορεία από τη σιωπή προς τη φωνή.
Αυτός είναι και ο λόγος που η πρώτη μου συλλογή αφιερώθηκε στα παιδιά μου. Ο αγώνας της μητρότητας μου έδωσε τη δύναμη και το κίνητρο να νικήσω τη χρόνια σιωπή, τον φόβο της έκθεσης και της κριτικής. Ήθελα τα παιδιά μου να έχουν μια μητέρα με φωνή, που δε φοβάται να ακουστεί, να διεκδικήσει, να «τραγουδήσει ελεύθερα». Πώς θα τους διδάξω κάτι που δεν ακολουθώ εγώ η ίδια!
Ποιο μήνυμα θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης αφού διαβάσει το βιβλίο;
Η σιωπή είναι πολύτιμη όταν αυτή τηρείται συνειδητά, προστατεύει, δηλώνει συγκεκριμένη στάση, αφήνει χώρο στην εσωτερική φωνή. Όμως δεν είναι πάντα αθώα.
Η σιωπή, όταν τείνει να γίνεται κανονικότητα, ενδέχεται να έχει ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις:
« Τα αναπάντεχα σφιξίματα οφείλονται στην κατάποση φωνής».
Ο άνθρωπος που δεν εκφράζεται δεν παύει να νιώθει· απλώς μετατοπίζει αυτό που δεν λέγεται στο σώμα, στις σχέσεις, στον τρόπο ύπαρξης.
Κοινωνικά, η σιωπή συχνά γίνεται στάση ζωής. Οι άνθρωποι μαθαίνουν να μη μιλούν, να μην οριοθετούν για να μπορέσουν να ανήκουν, να μη διεκδικούν για να μη συγκρουστούν. Η φωνή δεν χάνεται απότομα· αποδυναμώνεται σταδιακά.
Η ποίηση, σε αυτό το πλαίσιο, είναι μια προσπάθεια επαναφοράς της φωνής. Όχι ως κραυγή, αλλά ως καθαρή ανάγκη ύπαρξης.
Πόσο σημαντικό ρόλο παίζουν τα συναισθήματα στη γραφή σας;
Τα συναισθήματα διαδραματίζουν θεμελιώδη ρόλο στη γραφή μου, αποτελούν την πρώτη ύλη. Η γραφή ξεκινά σχεδόν πάντα από μια εσωτερική δόνηση, μια συγκίνηση, μια ρωγμή, μια ένταση που ζητά να αποκτήσει μορφή και λέξεις.
Ωστόσο δεν είναι έρμαιο του θυμικού μιας και το συναίσθημα πολλές φορές αλλοιώνει τη λογική και τη ρεαλιστική διάσταση κάποιων γεγονότων. Εμπνέομαι, όπως προανέφερα, από προσωπικά βιώματα.
Η λογική και το συναίσθημα κατά τον «μέλανα και λευκό ίππο» της πλατωνικής σκέψης είναι δύο δυνάμεις που δεν συγκρούονται μόνο, αλλά συνυπάρχουν μέσα στον άνθρωπο. Το συναίσθημα χωρίς λογική μπορεί να προκαλέσει χάος και η λογική χωρίς συναίσθημα μπορεί να γίνει σιωπή. Η ισορροπία τους είναι αυτή που δίνει μορφή όχι μόνο στη γραφή αλλά και στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τη ζωή. Ίσως τελικά αυτή να είναι και ο πυρήνας των ποιημάτων μου, η προσπάθεια να συμφιλιωθούν αυτά τα δύο μέσα σε μια κοινή γλώσσα.
Πιστεύετε ότι η ποίηση μπορεί να βοηθήσει έναν άνθρωπο να εκφραστεί ή να θεραπευτεί ψυχικά;
Η ποίηση δημιουργεί χώρο για να ειπωθεί το ανείπωτο. Και αυτό από μόνο του μπορεί να λειτουργήσει ανακουφιστικά, γιατί δίνει μορφή σε κάτι που αλλιώς θα παρέμενε εγκλωβισμένο. Η ψυχική θεραπεία, αυτή καθαυτή, χρειάζεται μιαν άλλη διαδρομή, όμως η ποίηση μπορεί να σταθεί αρωγός μέσα από την σύνδεση, την ενσυναίσθηση, το μοίρασμα.
Στο ποίημα «Ακροβάτης της ζωής» μιλάτε για φόβους και ελπίδα. Θεωρείτε πως η ζωή απαιτεί ισορροπία σαν ενός ακροβάτη;
Η εικόνα του ακροβάτη είναι μια μεταφορά θεαματική για μια βαθιά υπαρξιακή συνθήκη. Η ζωή, όπως την αντιλαμβάνομαι, δεν είναι ποτέ απόλυτα σταθερή· είναι μια διαρκής κίνηση ανάμεσα σε αντίθετες δυνάμεις: φόβο και ελπίδα, εμπιστοσύνη και αμφιβολία, πτώση και επαναφορά.
Ο ακροβάτης στέκεται πάνω σε ένα λεπτό όριο, γνωρίζοντας ότι η ισορροπία δεν είναι μόνιμη κατάσταση αλλά στιγμή. Και αυτή η στιγμή απαιτεί επίγνωση, εμπιστοσύνη και συνεχή εσωτερική προσαρμογή. Με αυτή την έννοια, ναι, η ζωή μοιάζει με μια διαρκή άσκηση ισορροπίας. Ο τελευταίος στίχος του ποιήματος γράφτηκε λέξη λέξη για να συνοψίσει την ανθρώπινη υπόσταση στην κοινωνία. Η κάθε λέξη κρύβει το νόημα της κάθε παραπάνω στροφής. Ο ήρωας πιστεύει στο θαύμα, αγαπά τη ζωή και τους ανθρώπους γι αυτό επιμένει :
« Ένας ακροβάτης της ζωής είμαι,
από θαύμα, ζω ανάμεσά σας»
Ποιους ποιητές ή συγγραφείς θαυμάζετε και σας έχουν επηρεάσει;
Η σχέση μου με τη λογοτεχνία είναι διαρκής και πολυεπίπεδη. Διαβάζω ελληνική και ξένη ποίηση, φιλοσοφία, πεζογραφία, βιογραφίες και συγγράμματα ψυχολογίας.
Η Ζωρζ Ζαρή ήταν η πρώτη συγγραφέας που διάβασα από επιλογή. Εκτιμούσα το πώς η πλοκή των έργων της σε έβαζε μέσα στη ζωή και τις αλήθειες της, μιλώντας σου για εποχές που σημάδεψαν την Ελλάδα
Η Δημουλά, ο Καβάφης, ο Καρυωτάκης με έχουν επηρεάσει βαθιά, κυρίως για τον τρόπο που μετατρέπουν τη μοναξιά και την υπαρξιακή ειρωνεία σε ποίηση και αγγίζουν θέματα που ανάγονται σε αλήθειες ζωής.
Από τους σύγχρονους συγγραφείς, έχω ξεχωρίσει τον Gabor Maté, γιατί συνδέει τη σιωπή με την τοξική κουλτούρα και το τραύμα προκαλώντας σωματικές και ψυχικές ασθένειες.
Ο στίχος που με στιγμάτισε, όταν ήμουν μαθήτρια ακόμη, ανήκει στο «Πνευματικό Εμβατήριο» του Σικελιανού:
«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο».
Έγινε σκοπός ζωής και οδήγησε στη συνειδητή απόφαση να γίνω εκπαιδευτικός.
Τι δυσκολίες αντιμετωπίζει σήμερα ένας νέος ποιητής;
Η μεγαλύτερη δυσκολία σήμερα, νομίζω, είναι ο θόρυβος, η ταχύτητα, ο καταιγισμός πληροφοριών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ουσιαστική φωνή χρειάζεται να επιβιώσει, όχι απλώς να ακουστεί.
Ο άνθρωπος σήμερα βομβαρδίζεται από τόσες πληροφορίες που αδυνατεί να τις φιλτράρει και να τις αξιοποιήσει, έχει μειωθεί ο χρόνος που αφιερώνει κάποιος σε ένα κείμενο και η διατήρηση προσοχής. Ζούμε στην εποχή της ιλιγγιώδους ταχύτητας.
Και ίσως το πιο δύσκολο από όλα είναι να παραμείνει κανείς ειλικρινής απέναντι στη δική του φωνή, χωρίς να προσαρμόζεται υπερβολικά σε αυτό που “φαίνεται” ότι ακούγεται ή διαβάζεται πιο εύκολα.
Πώς αντιδρά το κοινό όταν διαβάζετε τα ποιήματά σας;
Η εμπειρία κάθε ανάγνωσης είναι υποκειμενική και μοναδική. Αυτό που λαμβάνω και με χαροποιεί είναι πως ο αναγνώστης συχνά ταυτίζεται με τα βιώματα, τα συναισθήματα, τις ιδέες που πραγματεύονται…νιώθεις έτσι λιγότερο μόνος σε μια εμπειρία. Κάτι που ακόμη παρατηρούν είναι η καθαρότητα της γλώσσας και η δύναμη των λέξεων, οι οποίες , αν και λιτές, είναι έτσι τοποθετημένες μέσα σε ένα ποίημα, ώστε να διατηρούν τη δύναμη τους.
Ποια είναι η σχέση σας με τη γλώσσα και τις λέξεις;
Διατηρώ με τη γλώσσα μια σχέση βαθιάς ευθύνης και σεβασμού. Την αντιμετωπίζω ως έναν ζωντανό οργανισμό που εξελίσσεται, αλλά ταυτόχρονα μεταφέρει ιστορία, βάρος και μνήμη.
Οι λέξεις για μένα δεν είναι απλώς εργαλεία έκφρασης. Είναι φορείς νοήματος, συναισθήματος και ενέργειας. Γι’ αυτό και η επιλογή τους δεν γίνεται ποτέ επιφανειακά. Κάθε λέξη έχει τη δική της θέση, τη δική της ακρίβεια, τη δική της ανάγκη να υπάρξει μέσα στο ποίημα.
Τι συμβουλή θα δίνατε σε νέους ανθρώπους που θέλουν να γράψουν ποίηση;
Να γράφουν… οποιοδήποτε κειμενικό είδος τους εκφράζει! Είναι ένας τρόπος να κατανοήσουν τον εαυτό τους, να τολμήσουν να καταδυθούν έως τα μύχια της ψυχής τους και να εξωτερικεύσουν όσα φοβούνται πως θα βρουν. Να γράφουν ακόμη κι αν προτιμούν να τα κρατούν για τον εαυτό τους. Η ποίηση λειτουργεί σαν ψυχοθεραπεία, μπορεί να γίνει αρωγός στην επούλωση τραυμάτων, να σε αποφορτίσει, να σε ανακουφίσει, να σε φέρει πιο κοντά στους άλλους ακόμη κι όταν νιώθεις μόνος!
Σταδιακά βρίσκεις τον δρόμο και τον τρόπο, όσα γράφεις να αφορούν και τα μάτια των άλλων. Όποιος προσεγγίζει τον κόσμο μέσα από την ποίηση, όσο σκοτεινά κι αν είναι όσα αυτή πραγματεύεται, διατηρεί μια ποιότητα έναντι της ωμότητας που τείνει να μας σκληρύνει τόσο εκτός όσο και εντός.

