Άντα Μασούρου:«Μετά την Αντάρα:μιλά για τις πληγές, τις μεταμορφώσεις και το φως»
Στη νέα της συλλογή, Μετά την Αντάρα, η δημιουργός ανοίγει ένα παράθυρο στον εσωτερικό της κόσμο, εκεί όπου ο πόνος, η αναμέτρηση και η τρυφερότητα συγκρούονται, αλληλοσυμπληρώνονται και τελικά μεταμορφώνονται σε ποίηση. Μιλήσαμε μαζί της για τις αφετηρίες των ποιημάτων, για τον ρόλο της κοινωνικής πραγματικότητας στη γραφή, για τις γωνίες και τις καμπύλες του εαυτού που αποτυπώνονται στους στίχους, αλλά και για την ανάγκη της αποδοχής—της πιο σιωπηλής, αλλά και πιο λυτρωτικής αλλαγής. Στις απαντήσεις της αναγνωρίζει κανείς έναν άνθρωπο που γράφει για να ακούσει και να ακουστεί, να θυμηθεί και να ξεχάσει, να παλέψει και να συμφιλιωθεί. Μια ποιήτρια που, μετά την αντάρα, βρίσκει τον τρόπο να ξαπλώνει ξανά στο φως.
Επιμέλεια συνέντευξης Βασιλική Ευαγγέλου-Παπαθανασίου
«Μετά την αντάρα». Τι ήταν για εσάς η αντάρα; Ένα προσωπικό πέρασμα, μια κοινωνική ταραχή ή κάτι βαθύτερο που ήθελε να ειπωθεί με ποιητικό τρόπο;
Η «Αντάρα» που είναι και ο τίτλος της πρώτης ποιητικής συλλογής μου ήταν μια περίοδος περισυλλογής, ενδοσκόπησης και αναμέτρησης με τον εαυτό μου. Θα έλεγα πως κονταροχτυπηθήκαν μέσα μου συναισθήματα, ήρθαν στην επιφάνεια τραύματα, ζυγίστηκε ο πόνος, ώστε να υπάρξει μετά η αποδοχή και η εξέλιξη. Έτσι ήρθε το «Μετά την αντάρα».
Στη συλλογή συνυπάρχουν ερωτικά και κοινωνικά ποιήματα. Πώς συναντιούνται στον δικό σας κόσμο ο έρωτας και η κοινωνική αγωνία; Συγκρούονται ή αλληλοσυμπληρώνονται;
Δε θα μπορούσε παρά να συνυπάρξει ο έρωτας με την κοινωνία. Διότι ο έρωτας υπάρχει όσο υπάρχουν άτομα και τα άτομα αυτά απαρτίζουν την κοινωνία. Θεωρώ πως είναι αλληλένδετες έννοιες. Ζούμε και ερωτευόμαστε μέσα στην κοινωνία όπου ανήκουμε και όλοι εμείς τη διαμορφώνουμε.
Το ποίημα «Αξιοπρέπεια» μοιάζει να πατάει πάνω σε μια ένταση ανάμεσα στο τι νιώθουμε και τι επιτρέπουμε στον εαυτό μας. Ποια ήταν η αφετηρία του;
Το ποίημα αυτό γράφτηκε από μια προσωπική μου εμπειρία. Θεωρώ όμως πως όλοι λίγο πολύ έχουμε βρεθεί σε μια τέτοια θέση, όπου νιώθεις θυμό και θες να εκφραστείς άφιλτρα, νιώθεις συναισθήματα που δε θα ήθελες να νιώθεις, ξεχειλίζει από μέσα σου ένα ηφαίστειο, αλλά στο τέλος της ημέρας αναλαμβάνει η λογική, το ώριμο κομμάτι σου, ο αξιοπρεπής ενήλικος που λέει: «Καλύτερα έτσι, πού να σου εξηγώ.
Καλύτερα, παρακάτω.».
Αξίζει ένα χειροκρότημα αυτό το κομμάτι μας, που μας βοηθάμε να νιώθουμε πως στεκόμαστε στο ύψος μας, ακόμα κι όταν έχουμε χάσει εκατοστά αυτοπεποίθησης. Είναι αξιέπαινο το να ’σαι αξιοπρεπής.
Στο «Δίλημμα» φαίνεται μια εσωτερική πάλη. Πιστεύετε ότι τα διλήμματα μας διαμορφώνουν περισσότερο από τις επιλογές που τελικά κάνουμε;
Αρχικά πιστεύω πως για να αντιληφθείς την ύπαρξη ενός διλήμματος, πρέπει να έχεις αντίληψη, να μπορείς να βλέπεις σφαιρικά και ολοκληρωμένα μια κατάσταση και να έχεις την ικανότητα να βρίσκεις εναλλακτικές λύσεις , ώστε να μπορείς να επιλέξεις μία. Από εκεί και πέρα, περισσότερο μας διαμορφώνει η τελική επιλογή παρά το ίδιο το δίλημμα. Με το να επιλέγεις, ορίζεις τι είναι σημαντικό για σένα, ενισχύεις ή τροποποιείς τις αξίες σου και επηρεάζεται η μελλοντική συμπεριφορά σου. Κάθε επιλογή είναι μια πράξη αλλαγής, μια απόφαση. Και το υπέροχο είναι πως σχεδόν πάντα έχεις την επιλογή.
Η «Αλλαγή» ως ποίημα υπονοεί μετάβαση. Ποιες προσωπικές ή κοινωνικές αλλαγές σας ώθησαν να γράψετε αυτή την ενότητα της συλλογής;
Η συνειδητοποίηση της προσωπικής ευθύνης τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε κοινωνικό γενικότερα, με ώθησε να γράψω αυτό το ποίημα. Όταν παύεις να περιμένεις από τους άλλους, ξεκινά η προσωπική δράση, αρχίζουν οι αλλαγές.
«Ας δεχτούμε πως η βοήθεια δε θα έρθει ποτέ.
Η λύση δε θα μας χαριστεί.
Δεν υπάρχει σωτήρας.»
Τα «Αστέρια» φέρουν μια πιο ονειρική, υπερβατική διάσταση. Τι ρόλο παίζει το στοιχείο του ονείρου και της φαντασίας στην ποίησή σας;
Σημαντικότατο ρόλο. Μ’ αρέσει να φτιάχνω εικόνες, να τις ντύνω με λέξεις και να παίζω με τους συμβολισμούς. Ο καθένας δίνει τη δική του ερμηνεία. Δημιουργώ φανταστικούς κόσμους, που λειτουργούν ως καθρέφτες. Και ο καθένας βλέπει τον ίδιο του τον εαυτό.
Το ποίημα «Ξυράφι» έχει έναν σκληρό, κοφτερό πυρήνα. Τι θέλατε να αποτυπώσετε με αυτήν τη λέξη-εικόνα; πόσο δύσκολο είναι να γράφει κανείς για τον πόνο χωρίς να τον ωραιοποιεί;
Θέλει πολύ θάρρος να κοιτάξεις κατάματα τον πόνο, ακόμα περισσότερο να τον παρουσιάσεις σε κάποιον άλλον. Είναι δύσκολο να αγγίζεις τις ευαίσθητες χορδές σου ή παλιά σου τραύματα. Αλλά για μένα κάπως έτσι ξεπερνιούνται οι πληγές, μέσα από την πλήρη αποδοχή του παλιού πόνου και τη μεταμόρφωσή του σε κάτι που έχει νόημα. Και τι θα μπορούσε να έχει νόημα για μένα; …Ένα ποίημα ή ένα τραγούδι.
Αντίθετα, στο «Τραγούδι» υπάρχει κάτι ρυθμικό, σχεδόν παρήγορο. Θα λέγατε ότι η ποίηση για εσάς λειτουργεί και ως μελωδία; Σας επηρεάζει η μουσική στη γραφή;
Η ποίηση για μένα είναι κυρίως εικόνες, που τυλίγονται απαλά με ένα μουσικό χαλί, έτσι για να προφυλάσσονται και να νιώθουν θαλπωρή.
Η γλώσσα της συλλογής άλλοτε γίνεται αιχμηρή και άλλοτε τρυφερή. Πώς βρίσκετε την ισορροπία ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα;
Εγώ η ίδια είμαι άλλοτε αιχμηρή κι άλλοτε τρυφερή, κάποιες φορές γεμάτη γωνίες κι άλλες στρογγυλεμένη. Και οι δύο αυτές πτυχές είναι κομμάτια μου και το να προσπαθώ να βρίσκω την ισορροπία και τη χρυσή τομή είναι μια συνεχής προσπάθεια στη ζωή μου.
Πόσο από τη σημερινή πραγματικότητα εισβάλλει ακούσια στη γραφή σας; Γράφετε για να διαμαρτυρηθείτε ή για να συμφιλιωθείτε με όσα συμβαίνουν γύρω σας;
Θέλοντας και μη, η πραγματικότητα εισχωρεί σε ό,τι κάνουμε, άρα και στα ποιήματά μου. Επηρεαζόμαστε από όσα συμβαίνουν γύρω μας και δε γίνεται να μη γράψω έμμεσα ή άμεσα και για αυτά. Κυρίως για να εκφράσω τα άγχη και τους φόβους μου, αλλά και για να διαμαρτυρηθώ, να ακουστώ, να αφυπνίσω και ν’αφυπνιστώ. Και κάπως έτσι θέλω να καταλήξω στη συμφιλίωση με την πραγματικότητα, στην αποδοχή των γεγονότων της ζωής, ακόμα και των δυσάρεστων , ώστε να φτάσω στην ηρεμία και στην απελευθέρωση.
Αν έπρεπε να περιγράψετε την πορεία «μετά την αντάρα» με μια μόνο εικόνα, ποια θα ήταν;
Ξαπλωμένη στην παραλία, κάτω από τον καυτό ήλιο, με κλειστά μάτια, να ακουμπάω την άμμο και να αφουγκράζομαι τη θάλασσα.
Τι ελπίζετε να πάρει ο αναγνώστης κλείνοντας το βιβλίο; Ανακούφιση, προβληματισμό, παρηγοριά ή μια ώθηση για προσωπική αλλαγή;
Είθε όλα τα παραπάνω μαζί!

