«Αποχαιρετώντας τους τοξικούς ανθρώπους»: Η Κίρα Καρνέζη σπάει τη σιωπή γύρω από τις παθολογικές σχέσεις
Με σπουδές στη Νομική και την Ψυχολογία και εξειδίκευση στη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού και την ανάλυση επιχειρήσεων, η Κίρα Καρνέζη συνδυάζει επιστημονική κατάρτιση και επαγγελματική εμπειρία σε Ελλάδα και Ηνωμένο Βασίλειο. Η διεπιστημονική της ματιά στις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και η προσωπική της πορεία μέσα από τοξικές καταστάσεις, την ώθησαν να συγγράψει το βιβλίο «Αποχαιρετώντας τους τοξικούς ανθρώπους». Ένα έργο που φιλοδοξεί να αποτελέσει πρακτικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο οδηγό για όσους παγιδεύονται σε σχέσεις κακοποίησης και αναζητούν τρόπο απελευθέρωσης, αλλά και για όσους θέλουν να σταθούν πραγματικοί σύμμαχοι στα θύματα.
Επιμέλεια συνέντευξης : Βασιλική Ευαγγέλου-Παπαθανασίου
Τι σας ώθησε να γράψετε το «Αποχαιρετώντας τους τοξικούς ανθρώπους»;
Το βιβλίο γεννήθηκε από μια επείγουσα ανάγκη -δική μου και πολλών άλλων. Παρατηρούσα ανθρώπους γύρω μου, αλλά και μέσα από τη νομική μου πρακτική και τις σπουδές μου στην ψυχολογία, να παγιδεύονται σε τοξικές σχέσεις χωρίς τα εργαλεία ή τη γνώση για να απελευθερωθούν.
Η γνώση υπήρχε -αλλά ήταν διασκορπισμένη, κυρίως στα αγγλικά, και συχνά αποσπασματική ή μη προσβάσιμη. Δεν υπήρχε ένας πρακτικός, επιστημονικά τεκμηριωμένος οδηγός στα ελληνικά που να εξηγεί τον δεσμό τραύματος και τη ναρκισσιστική κακοποίηση σε διάφορα πλαίσια με τρόπο κατανοητό, χωρίς να υποτιμά τη σοβαρότητα του θέματος.
Έτσι αποφάσισα να γράψω αυτό το βιβλίο: συνδυάζοντας προσωπική εμπειρία, θεραπευτική πορεία σχεδόν δύο δεκαετιών, επαγγελματική πρακτική και διεθνή εκπαίδευση σε θέματα τραύματος. Είναι το βιβλίο που θα ήθελα να είχα στα χέρια μου όταν το χρειαζόμουν περισσότερο -και ένα εργαλείο για όσους βρίσκονται σήμερα σε εκείνη τη θέση.
Ποιο είναι το πιο δύσκολο στάδιο για κάποιον που προσπαθεί να απομακρυνθεί από μια τοξική σχέση;
Το πιο δύσκολο στάδιο είναι η αντιμετώπιση της γνωστικής ασυμφωνίας -δηλαδή της βασανιστικής εσωτερικής σύγκρουσης του τύπου: «Ξέρω ότι δε με σέβεται, αλλά με διεκδικεί τόσο παθιασμένα», «Έχω διαφορετικές αξίες, αλλά βλέπω ότι μαζί του/της τις προδίδω», «Με καταστρέφει, αλλά δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτή τη σχέση»- και του δεσμού τραύματος. Πρόκειται για δύο βιολογικούς μηχανισμούς που, σύμφωνα με τη σύγχρονη έρευνα για το τραύμα, δημιουργούνται στον εγκέφαλο και είναι ανεξάρτητοι από τη θέληση ή την “ευφυΐα” του θύματος.
Όταν κάποιος βρίσκεται σε τοξική σχέση, το νευρικό του σύστημα μπαίνει σε κατάσταση αποδιοργάνωσης, αναπτύσσοντας συμπτώματα μετατραυματικής διαταραχής. Το τραύμα προκαλεί αλλαγές σε κρίσιμες περιοχές του εγκεφάλου: στον «συναγερμό» του (την αμυγδαλή) που είναι μονίμως ενεργοποιημένος και στο «κέντρο μνήμης» του (τον ιππόκαμπο) που δυσκολεύεται να ταξινομήσει τις αναμνήσεις. Παράλληλα, δημιουργείται ένας ισχυρός δεσμός τραύματος που καθιστά τη σχέση βιολογικά εθιστική, σαν να πρόκειται για ναρκωτικό.
Το δυσκολότερο είναι ότι το θύμα βιώνει άτυπο τραύμα -ταυτόχρονα θετικές και τραυματικές αναμνήσεις που δημιουργούν έντονη γνωστική ασυμφωνία και παραλύουν την ικανότητα λήψης αποφάσεων.
Γι’ αυτό η προσέγγιση πρέπει να ξεκινά από τη βιολογική σταθεροποίηση: αποκατάσταση της νευροχημικής ισορροπίας με τεχνικές αναπνοών, διαλογισμού, συναισθηματικής ρύθμισης ή και φάρμακα όταν κρίνεται απαραίτητο. Στη συνέχεια χρειάζεται εκπαίδευση στην παθολογία και θεραπεία της γνωστικής ασυμφωνίας -δηλαδή της βασανιστικής εσωτερικής σύγκρουσης του τύπου «ξέρω ότι μου κάνει κακό, αλλά ταυτόχρονα νιώθω ότι τον/την αγαπώ»- για συνεπή αφήγηση. Κατόπιν γίνεται εξειδικευμένη θεραπεία τραύματος.
Τέλος, χρειάζεται διαχείριση των υπερ-χαρακτηριστικών των θυμάτων. Το προφίλ τους δείχνει συνδυασμό χαρακτηριστικών υψηλής προσήνειας και ευσυνειδησίας, δηλαδή θετικά στοιχεία όπως υψηλή συνεργατικότητα, ενσυναίσθηση, εμπιστοσύνη, αξιοπιστία και στοχοπροσήλωση. Αυτά δεν είναι παθολογικά, σε φυσιολογικές σχέσεις δημιουργούν ευτυχία, αλλά γίνονται η αχίλλειος πτέρνα τους σε μια τοξική σχέση και πρέπει να μάθουν να τα χρησιμοποιούν ενσυνείδητα, να επιλέγουν πώς να τα παρουσιάζουν.
Η “απλή” απόφαση να φύγει κάποιος δεν λειτουργεί όταν έχουν δημιουργηθεί νευροβιολογικές προσαρμογές που επηρεάζουν τη λήψη αποφάσεων.
Στο βιβλίο μιλάτε για ναρκισσιστές και χειριστικά άτομα. Ποιο θεωρείτε το πιο ύπουλο χαρακτηριστικό τους;
Το πιο ύπουλο χαρακτηριστικό τους είναι η ικανότητα μίμησης ενσυναίσθησης παρά απουσία της. Στα αρχικά στάδια της γνωριμίας, οι ναρκισσιστές και τα χειριστικά άτομα έχουν την ικανότητα να καθρεφτίσουν τα συναισθήματα των άλλων με εκπληκτική ακρίβεια, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση της “αδερφής ψυχής”.
Αυτή η αρχική “μαγική” εμπειρία γίνεται η βάση για όλη την επόμενη παγίδευση. Όταν αργότερα αλλάζουν συμπεριφορά, το θύμα δεν τα παρατάει γιατί θυμάται ότι είδε κάτι “πραγματικό” στην αρχή και προσπαθεί απεγνωσμένα να επιστρέψει σε εκείνη την αρχική κατάσταση.
Αυτή η μάσκα κρύβει την πραγματική τους φύση: την ανικανότητα για αυθεντική σχέση. Όπως περιγράφει το Ινστιτούτο για τη Μείωση Σχεσιακής Βλάβης, οι ναρκισσισιστές και οι ψυχοπαθείς έχουν τις “τρεις ανικανότητες”: δεν μπορούν να αναπτυχθούν συναισθηματικά, να διατηρήσουν θετική αλλαγή συμπεριφοράς, ή να αποκτήσουν αυτογνωσία για τις καταστροφικές τους συμπεριφορές.
Επιπλέον, λειτουργούν με νοοτροπία έλλειψης -δεν τους αρκεί να κερδίσουν, θέλουν ο άλλος να χάσει. Βλέπουν τη ζωή ως παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, όπου για να κερδίσουν αυτοί, πρέπει οπωσδήποτε ο άλλος να χάσει. Δεν υπάρχει περίπτωση να κερδίσουν και οι δύο.
Το πραγματικά επικίνδυνο είναι ότι αυτές οι ανικανότητες είναι μόνιμες και διάχυτες -σύμφωνα με το Ινστιτούτο για τη Μείωση Σχεσιακής Βλάβης, η έρευνα δείχνει ότι δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα επιστημονικά τεκμηριωμένες παρεμβάσεις που να αλλάζουν ουσιαστικά αυτά τα χαρακτηριστικά. Δηλαδή δεν πρόκειται για “ελλείψεις δεξιοτήτων” αλλά για θεμελιώδη αδυναμία δημιουργίας αυθεντικών δεσμών. Όταν το επίπεδο προσδοκιών του θύματος δεν ταιριάζει με το επίπεδο της διαταραχής, η βλάβη είναι αναπόφευκτη.
Πιστεύετε ότι η κοινωνία μας κανονικοποιεί σε έναν βαθμό τη συναισθηματική κακοποίηση;
Ναι, όπως παλιότερα κανονικοποιούσε σε μεγάλο βαθμό τη σωματική κακοποίηση. Ακόμα και οι επαγγελματίες υγείας, δικαιοσύνης και εκπαίδευσης συχνά δεν αναγνωρίζουν τη συναισθηματική κακοποίηση ως σοβαρό πρόβλημα.
Υπάρχουν πολλές κοινωνικά αποδεκτές αξίες που τις εκμεταλλεύονται οι κακοποιητές για να μην λογοδοτήσουν, όπως για παράδειγμα “η οικογένεια πάνω απ’ όλα”, “πρέπει να σέβεσαι τη μητέρα σου και τον πατέρα σου” , “μη χαλάσεις το γάμο σου”, “δεν χωρίζουμε για τα παιδιά”, “τι θα πει ο κόσμος”, ακόμα και το ελληνικό φιλότιμο σε φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις.
Οι κακοποιητές χρησιμοποιούν συστηματικά τεχνικές όπως την αντιστροφή θύματος-θύτη, εκμεταλλευόμενοι την κοινωνική τάση για “δίκαιη ακρόαση και των δύο πλευρών”. Η δημόσια εκπαίδευση για την παθολογία και τις παθολογικές σχέσεις είναι απαραίτητη και δεν υπάρχει.
Θα πρέπει ως κοινωνία να φτάσουμε σε σημείο να μην ανεχόμαστε οποιαδήποτε φυσική, σεξουαλική, οικονομική, και φυσικά ακόμα και συναισθηματική και πνευματική κακοποίηση. Νομίζω ότι ο λόγος που ανέχεται η κοινή γνώμη ακόμα κάποιες συναισθηματικά κακοποιητικές συμπεριφορές είναι το αίσθημα της ντροπής.
Η ντροπή ανήκει σε αυτόν που εκμεταλλεύεται, σε αυτούς που δεν θέλουν να κάνουν την δουλειά που απαιτείται για να εκπαιδευτούν ώστε να ξεχωρίζουν το θύμα από τον θύτη και σε μια κοινωνία που επιλέγει την άγνοια έναντι της δυσάρεστης αλήθειας.
Αν κάποιος αναγνώστης αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα από τις σελίδες, ποιο είναι το πρώτο πρακτικό βήμα που πρέπει να κάνει;
Το πρώτο κρίσιμο βήμα είναι η ριζική αποδοχή -η αναγνώριση ότι βρίσκεστε σε παθολογική σχέση που δεν πρόκειται να αλλάξει. Αυτό μπορεί να χρειάζεται και θεραπευτική υποστήριξη για να επιτευχθεί. Θυμηθείτε: το βιβλίο δεν αντικαθιστά την προσωπική αξιολόγηση από έναν ειδικό. Η αυτογνωσία ή προσπάθειες αυτοθεραπείας χωρίς καθοδήγηση μπορεί να γίνουν παγίδα, επομένως η εξειδικευμένη καθοδήγηση είναι πάντα χρήσιμη.
Στη συνέχεια, είναι απαραίτητη η φυσική σταθεροποίηση. Το νευρικό σας σύστημα βρίσκεται σε κατάσταση υπερδιέγερσης, δηλαδή είναι σαν να λειτουργεί συνεχώς «στα κόκκινα», και χρειάζεται να επιστρέψει στη φυσιολογική του κατάσταση. Αυτό περιλαμβάνει την αναζήτηση εξειδικευμένης βοήθειας για τη διαχείριση των συμπτωμάτων μετατραυματικής διαταραχής. Σε πολλές περιπτώσεις, η προσωρινή φαρμακευτική υποστήριξη για το άγχος, την κατάθλιψη ή τον ύπνο είναι απαραίτητη για να επανέλθει η νευροχημική ισορροπία, φυσικά πάντα με αξιολόγηση και παρακολούθηση από εξειδικευμένο ψυχίατρο.
Εξίσου σημαντική είναι η αντικατάσταση των καταστροφικών μηχανισμών αντιμετώπισης -συμπεριφορές εξάρτησης όπως αλκοόλ, ουσίες, υπερκατανάλωση, κ.λπ.- με θετικές στρατηγικές όπως τεχνικές αναπνοής, άσκηση και διατροφική αποκατάσταση.
Παράλληλα, το περιβάλλον πρέπει να γίνει ασφαλές: απομάκρυνση από τοξικούς ανθρώπους, δημιουργία χώρων χαμηλής ερεθιστικότητας, και αν χρειάζεται αλλαγές στο εργασιακό περιβάλλον που πυροδοτεί το τραύμα.
Τέλος, η εκπαίδευση για την παθολογία και οι τεχνικές χαλάρωσης δεν είναι προαιρετικές -είναι απαραίτητες για την ανάκαμψη. Μπορείτε να διαβάσετε το βιβλίο μου, να το βάλετε στην άκρη και να μάθετε να κάνετε αναπνοές.
Να θυμάστε: η αρχική επιδείνωση των συμπτωμάτων είναι φυσιολογική -δείχνει ότι το νευρικό σας σύστημα αρχίζει να αποδεσμεύεται από την τοξική κατάσταση.
Το βιβλίο όμως δεν απευθύνεται μόνο σε ανθρώπους που βιώνουν τις συνέπειες παθολογικών σχέσεων, απευθύνεται και σε όσους είναι μάρτυρες με διάφορες ιδιότητες. Αν αναγνωρίσετε τον εαυτό σας ως μάρτυρα, θα πρέπει να εκπαιδευτείτε ώστε να γίνετε σύμμαχος του θύματος και όχι βοηθός του θύτη.
Πώς διαφέρει η αντιμετώπιση ενός τοξικού ατόμου στην προσωπική ζωή από τον επαγγελματικό χώρο;
Η βασική διαφορά είναι στην προσέγγιση και τα όρια:
Στον εργασιακό χώρο το μυστικό είναι να εστιάζετε μόνο στις συμπεριφορές και στα αποδεικτικά στοιχεία, όχι στο “τι είναι” το άλλο άτομο. Αποφύγετε να εκφέρετε προσωπικές κρίσεις ή εικασίες για τον χαρακτήρα του άλλου, ώστε να προστατεύεστε νομικά και ηθικά. Χρησιμοποιείτε τους κανόνες, τις διαδικασίες και το νομικό πλαίσιο της εταιρείας. Η λογική είναι απλή: αυστηρή αντιμετώπιση συμπεριφορών, χωρίς ανάγκη για ψυχολογικές διαγνώσεις. Η αναγνώριση της κακοήθειας είναι αρκετή για να αντιμετωπίζετε αυτό το άτομο με αυστηρά όρια και μακροπρόθεσμη στρατηγική αποδέσμευσης από αυτό.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν οι εταιρείες ζητούν “αυθεντικότητα” και προσωπικές σχέσεις χωρίς να έχουν εκπαιδευμένους ειδικούς στις παθολογικές σχέσεις. Τα τοξικά άτομα πάντα εκμεταλλεύονται αυτήν την ασάφεια και τις “αξίες” της εταιρείας για αντι-κοινωνικούς σκοπούς. Εδώ τα θύματα πρέπει να προστατέψουν τα υπερ-χαρακτηριστικά τους (συνεργατικότητα, εμπιστοσύνη, αξιοπιστία) από εκμετάλλευση -να παραμένουν επαγγελματίες αλλά να μη δίνουν άθελά τους υλικό για χειραγώγηση.
Στην προσωπική ζωή ισχύει το ανάποδο: ευελιξία στις προσεγγίσεις και στρατηγικές, αλλά μεγαλύτερη αυστηρότητα στην κατανόηση της παθολογίας. Όσο πιο στενή η σχέση, τόσο περισσότερο πρέπει να καταλάβετε ακριβώς με τι έχετε να κάνετε. Εδώ η τυποποιημένη αντιμετώπιση δεν αρκεί. Χρειάζεστε βαθιά εκπαίδευση για την παθολογία και ειδική βοήθεια για το τραύμα και τη γνωστική ασυμφωνία.
Το κλειδί: Στη δουλειά προστατεύεστε ως ένα βαθμό με κανόνες, στην προσωπική ζωή και για μια ολιστική αλλαγή χρειάζεστε βαθιά γνώση.
Υπάρχει τρόπος να «θεραπευτούν» οι ίδιοι οι τοξικοί άνθρωποι ή η εστίαση πρέπει να είναι μόνο στα θύματα;
Εξαρτάται από την πηγή της τοξικότητας. Αν η επιβλαβής συμπεριφορά προέρχεται από τραυματισμό ή οριακή διαταραχή, τότε ναι -υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπείες.
Αν όμως πρόκειται για άτομα με χαρακτηριστικά όπως ο παθολογικός ναρκισσισμός, η τάση για χειραγώγηση (μακιαβελισμός) και η απόλαυση του πόνου των άλλων (σαδισμός), ή άτομα με ψυχοπάθεια (πλήρη απουσία ενσυναίσθησης και τύψεων), η πραγματικότητα είναι απογοητευτική. Δεν υπάρχουν επιστημονικά τεκμηριωμένες θεραπείες για αυτές τις διαταραχές ή έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα.
Αυτό συμβαίνει για δύο κρίσιμους λόγους: πρώτον, οι τοξικοί άνθρωποι δεν έχουν κίνητρο να αλλάξουν -όπως το στραβό δέντρο που έχει προσαρμοστεί στα εμπόδια, έτσι και αυτοί έχουν διαμορφώσει μια προσωπικότητα που δεν τους προκαλεί δυσφορία. Από τη δική τους οπτική δεν έχουν πρόβλημα -το πρόβλημα το έχουν οι άλλοι γύρω τους. Δεύτερον, η έρευνα δείχνει σημαντικές δομικές διαφορές στον εγκέφαλο που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με τις γνωστές θεραπευτικές προσεγγίσεις. Όταν έρχονται σε θεραπεία, συνήθως μετά από δικαστική εντολή ή κοινωνική πίεση, συχνά την εκμεταλλεύονται για για να φανούν καλοί μπροστά στους άλλους, χωρίς όμως να θέλουν πραγματικά να αλλάξουν.
Γι’ αυτό η προτεραιότητα πρέπει να είναι τα θύματα. Με την εκπαίδευση του κοινού στις παθολογικές σχέσεις, η αναγνώριση του άτυπου τραύματος και της γνωστικής ασυμφωνίας θα πρέπει να είναι αρκετή για να ενεργοποιήσει τους απαραίτητους μηχανισμούς προστασίας των θυμάτων.
Τι ρόλο παίζει η ψυχοθεραπεία και τι ρόλο η αυτογνωσία στην ανάρρωση από τέτοιες σχέσεις;
Η ψυχοθεραπεία είναι ένα εργαλείο για την αυτογνωσία, αλλά χρειάζεται προσοχή: η εφαρμογή της χωρίς εξειδίκευση στις παθολογικές σχέσεις μπορεί να οδηγήσει σε ατέλειωτο αναμάσημα του τραύματος χωρίς πρακτικά αποτελέσματα.
Το κλειδί είναι η εξειδικευμένη εκπαίδευση για την παθολογία. Δεν αρκεί οποιαδήποτε ψυχοθεραπεία ή αυτογνωσία προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Χρειάζεται συγκεκριμένη γνώση για τις παθολογικές σχέσεις και τα χειριστικά άτομα.
Το πρόβλημα είναι ότι πολλοί θεραπευτές δεν έχουν ειδίκευση στη ναρκισσιστική κακοποίηση, με αποτέλεσμα ιστορικά τα θύματα να έχουν καθοδηγήσει τη δική τους θεραπεία. Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο γιατί η αυτογνωσία χωρίς καθοδήγηση μπορεί να οδηγήσει σε επαναπυροδότηση του τραύματος.
Σύμφωνα με την έρευνα του Ινστιτούτου για τη Μείωση Σχεσιακής Βλάβης, η παραδοσιακή συζητητική θεραπεία μπορεί να μην είναι η βέλτιστη προσέγγιση για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση απαιτεί την προσέγγιση που περιγράφω στο βιβλίο: πρώτα τη διαχείριση των σωματικών εκδηλώσεων του τραύματος, τη θεραπεία της γνωστικής ασυμφωνίας και στη συνέχεια τη διαχείριση των υπερ-χαρακτηριστικών που καθιστούν τα άτομα ευάλωτα.
Ποιο είναι το πιο συχνό λάθος που κάνουν τα θύματα όταν προσπαθούν να απομακρυνθούν;
Τα θύματα δεν κάνουν κανένα λάθος. Αντιδρούν φυσιολογικά σε μη φυσιολογικές συμπεριφορές. Το προφίλ των θυμάτων όπως είπαμε δείχνει συνδυασμό υψηλής προσήνειας (συνεργατικότητα, εμπιστοσύνη) και ευσυνειδησίας (υπευθυνότητα, επιμέλεια), δηλαδή θετικά χαρακτηριστικά που τα κάνουν ευάλωτα μόνο σε σχέσεις με άτομα με τα άκρως αντίθετα χαρακτηριστικά (έλλεψη ενσυναίσθησης και ευσυνειδησίας). Αυτά τα χαρακτηριστικά τους τα θύματα δεν πρέπει να τα αλλάξουν, μόνο να μάθουν να τα διαχειρίζονται ώστε να μην γίνονται υλικό για χειραγώγηση.
Αν υπάρχει όμως κάτι που τα εμποδίζει, είναι οι λάθος γνωστικές πεποιθήσεις: “όλα γίνονται για καλό”, “η αγάπη νικάει την παθολογία”, “μπορώ να βοηθήσω τους άλλους να αλλάξουν”. Αυτές είναι πεποιθήσεις που μπορούν να γίνουν πιο ρεαλιστικές, με την κατάλληλη υποστήριξη. Ένα επιπρόσθετο στοιχείο είναι η εσφαλμένη πεποίθηση ότι η κατάστασή τους είναι μοναδική και κανείς άλλος δεν έχει νιώσει τέτοια ντροπή. Έτσι δεν ζητούν βοήθεια.
Είναι σημαντικό να τονίσω: η αναζήτηση της κατάλληλης εξειδικευμένης βοήθειας απαιτεί επιμονή. Από την προσωπική μου εμπειρία, παραδοσιακές προσεγγίσεις όπως η ψυχαναλυτική μέθοδος όχι μόνο δεν με βοήθησαν στην απομάκρυνση από μια κακοποιητική σχέση, αλλά οδήγησαν σε μια ανάλυση χωρίς νόημα για μένα αντί στην πρακτική αντιμετώπιση του προβλήματος.
Υπήρξε κάποια προσωπική εμπειρία ή περιστατικό που σας ενέπνευσε να ασχοληθείτε με το συγκεκριμένο θέμα;
Ναι, υπήρξαν αρκετά περιστατικά που με ώθησαν σε αυτή την κατεύθυνση. Έχω βιώσει δεσμό τραύματος και είχα σχέση με κάποιον που διαγνώστηκε επίσημα με μία από τις διαταραχές που περιγράφω.
Ωστόσο, οι λεπτομέρειες της προσωπικής μου ζωής όχι μόνο δεν είναι σημαντικές για τη θεραπεία άλλων, αλλά μπορεί να προκαλέσουν βλάβη. Οι άνθρωποι που έχουν βιώσει τραύμα -που είναι βιολογικός μηχανισμός- έλκονται από αυτό που τους διατηρεί τραυματισμένους. Γι’ αυτό διαβάζουν ιστορίες άλλων στο ίντερνετ, βλέπουν σειρές με παθολογικές σχέσεις. Αυτό όμως δεν οδηγεί σε πραγματική ανάρρωση.
Μιλάω πάντα από τη δική μου εμπειρία και από έρευνα, όχι με σκοπό να αντικαταστήσω τη δουλειά των ειδικών. Τα εργαλεία που παρουσιάζονται στο βιβλίο έχουν δοκιμαστεί στην πράξη, αλλά η εφαρμογή τους απαιτεί εξειδικευμένη καθοδήγηση όπου χρειάζεται. Η ουσία είναι ότι επικεντρώνομαι σε συμπεράσματα και πρακτικά εργαλεία για την ανάρρωση. Αυτό έμαθα να το κάνω μέσα από τη δική μου εκπαίδευση για τη διαχείριση του τραύματος.
Πώς διαχειρίζεστε εσείς στην καθημερινότητά σας τις τοξικές συμπεριφορές;
Αυτή είναι η πιο καίρια ερώτηση: Πώς περνάμε από τη θεωρητική γνώση στην πράξη. Εξαρτάται από το πλαίσιο, που επηρεάζει τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις που μπορεί να έχει η τοξική συμπεριφορά στη ζωή μου, αλλά και από το αν η τοξικότητα είναι λόγω παθολογίας ή όχι. Ο γενικός κανόνας είναι ότι βάζω όρια. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να γνωρίζω καλά τον εαυτό μου και την κατάσταση και να έχω δεξιότητες διαχείρισης συναισθημάτων και επικοινωνίας.
Για παράδειγμα, αν πρόκειται για τοξική συμπεριφορά στο δρόμο ή στο διαδίκτυο, ειδικά αν δεν ξέρω τον άλλον, το πιο ασφαλές είναι να την αγνοήσω. Θα ξεκινήσω με αυτό το παράδειγμα γιατί παλιότερα προσπαθούσα να βάλω όρια στις καθημερινές μου επαφές με μαχητικότητα, αλλά αυτό έχει αρκετά μειονεκτήματα. Πρώτον, συνειδητοποίησα ότι ήταν αντίδραση τραύματος επειδή δεν είχα λύσει σοβαρότερα προβλήματα και ήθελα μια αίσθηση ελέγχου σε μικρότερα. Επίσης είχα υπερ-επαγρύπνηση για συμπτώματα ναρκισσισμού λόγω αυξημένου στρες, αλλά η αλήθεια είναι ότι σε τέτοια κατάσταση άγχους δεν είναι εύκολο να ακούσεις τη διαίσθησή σου, όπως δεν είναι εύκολο να δεις το μοτίβο συμπεριφορών που δικαιολογούν υποψία διάγνωσης σε τυχαίες επαφές.
Δεύτερον, το 95% του κόσμου δεν έχει σοβαρή διαταραχή προσωπικότητας (όπως ναρκισσισμό και ψυχοπάθεια) και κατά πάσα πιθανότητα η τοξικότητά τους πρόκειται για εκδηλώση του δικού τους τραύματος. Δύο σημαντικά βιβλία που με βοήθησαν είναι το “I’m ok, you’re ok” (Είμαι καλά, είσαι καλά) του Thomas Harris και το “Radical Responsibility” (Ριζοσπαστική Ευθύνη) του Fleet Maull. Αυτά τα βιβλία με βοήθησαν να σκέφτομαι πέρα από το παιχνίδι της επίρριψης ευθύνης και να αποφεύγω τη νοοτροπία θύματος. Τρίτον, αν κάποιοι έχουν τέτοια σοβαρή διαταραχή δεν έχω το ενεργειακό απόθεμα αλλά και το ενδιαφέρον να ασχοληθώ -επιλέγω τις μάχες μου γιατί έχω σημαντικότερα πράγματα να κάνω στη ζωή μου.
Αν όμως πρόκειται για συμπεριφορά στη δουλειά, στις επαγγελματικές σχέσεις, τότε τα όρια πρέπει να μπουν άμεσα και ξεκάθαρα. Η τοξική συμπεριφορά στη δουλειά δεν χρειάζεται διάγνωση, χρειάζεται να την αμφισβητήσουμε σε σχέση με το νομικό πλαίσιο του κλάδου, τις αξίες της εταιρείας και τους δεοντολογικούς κανόνες. Στο επαγγελματικό μου προφίλ, οι συνεργάτες μου ξέρουν μερικά πράγματα για εμένα: η Κίρα θα θέσει ζήτημα για όσα την ενοχλούν, η Κίρα θα καταγράψει τα πάντα και η Κίρα δεν πρόκειται να αντιδράσει με τις ίδιες τακτικές των bullies και θα κινείται σε επαγγελματικά πλαίσια.
Χρησιμοποιώ τις διαδικασίες για να εκθέτω τοξικές συμπεριφορές και συμμετέχω σε όλα τα σωματεία, τις ενώσεις και τα δίκτυα που είναι σχετικά με το επάγγελμά μου. Έχω μέντορες που είτε δεν έχουν υπερ-χαρακτηριστικά είτε έχουν δουλέψει με αυτά. Αν υπάρχει ένας γενικός κανόνας στη δουλειά είναι να δρας σαν να περιμένεις να γίνει δικαστήριο, με αποδείξεις και με καλή, ενσυνείδητη σκοπιμότητα.
Πολλές φορές αυτά με κάνουν να φαίνομαι λιγότερο “φιλική” απ’ ότι θα περίμενε κάποιος για μια γυναίκα μετανάστρια, ενώ διατηρώ την ποιότητα της δουλειάς μου. Επειδή υπάρχουν πάντα τοξικοί συνάδελφοι που επιζητούν την αντι-κοινωνική απόκτηση εξουσίας, στοχοποιώντας ανθρώπους με υψηλή απόδοση και ακεραιότητα -σαν αυτά τα δύο να είναι ασυμβίβαστα, γίνομαι κι εγώ στόχος. Προσπαθώ να προστατεύομαι με εργασία σε συγκεκριμένους οργανισμούς και ρόλους, όσο γίνεται.
Αν όμως η επιλογή εργασίας δεν είναι εφικτή, ή υπάρχει παθολογική ερωτική ή οικογενειακή σχέση, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Η αποδέσμευση από μια μόνιμη παθολογική σχέση είναι από τα δυσκολότερα κομμάτια για κάποιον με υπερ-χαρακτηριστικά. Χρειάζεται θεραπεία εστιασμένη στο τραύμα από παθολογικές σχέσεις και διαχείριση των υπερ-χαρακτηριστικών. Αυτό που έχω κάνει σε τέτοιες σχέσεις είναι να ρωτήσω τον εαυτό μου ποιος είναι ο στόχος μου και τι βήματα πρέπει να κάνω για να τον επιτύχω. Ο στόχος γενικά είναι η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αποδέσμευση. Το πιο σημαντικό είναι η συναισθηματική αποδέσμευση, κάτι που πρέπει να πούμε ότι σε μερικές περιπτώσεις δεν γίνεται χωρίς φυσική απομάκρυνση από το σημείο πυροδότησης (trigger).
Σημαντική σημείωση για τις φιλικές, ερωτικές και οικογενειακές σχέσεις: Ο όρος τοξικότητα μπορεί να αναφέρεται και σε επιβλαβείς αντιδράσεις θυμάτων χωρίς θεραπεία. Για τη μακροπρόθεσμη διαχείριση είναι σημαντικό να καταλήξουμε αν υπάρχει στοιχείο συγκεκριμένης παθολογίας -ναρκισσισμός, ψυχοπάθεια, μακιαβελισμός ή σαδισμός- χωρίς απαραίτητα να διαγνώσουμε το άλλο μέρος.
Όσον αφορά τη στρατηγική διαχείριση της παθολογίας σε περίπτωση διαμάχης ή αντιδικίας, απαιτούνται έμπειροι διαμεσολαβητές εκπαιδευμένοι σε διαπραγματεύσεις συγκεκριμένα με παθολογικούς ανθρώπους. Έχω μάθει πολλά από το βιβλίο της Rebecca Zung “Slay the bully” (Αντιμετωπίστε τον νταή).
Κάτι τελευταίο που θέλω να πω: Αν αποσυρθείτε από μια μάχη για την οποία δεν είστε έτοιμοι, δεν είστε αδύναμοι. Αντίθετα, αυτό δείχνει στρατηγική σκέψη. Πάρτε τον χρόνο σας για να θεραπευτείτε. Ειδικά για τα άτομα με υπερ-χαρακτηριστικά που έχουν βιώσει δεσμό τραύματος, η ειδικός Sandra L. Brown λέει πως θα είμαστε πάντα σε ανάρρωση. Η μετατραυματική διαταραχή έχει φυσικές, σωματικές, βιολογικές επιπτώσεις, οι οποίες μπορεί να είναι μακροχρόνιες, αλλά με κατάλληλη θεραπεία και υποστήριξη η ποιότητα ζωής μπορεί να βελτιωθεί σημαντικά. Η ήρεμη ζωή δεν είναι επιλογή, είναι αναγκαιότητα.
Αν μπορούσατε να συνοψίσετε το μήνυμα του βιβλίου σε μία φράση, ποια θα ήταν;
Η κεντρική ιδέα είναι ότι τα άτομα με υψηλή προσήνεια και ευσυνειδησία είναι ευάλωτα σε παθολογικές σχέσεις που δημιουργούν δεσμό τραύματος -αλλά με τη σωστή θεραπεία και κοινωνική εκπαίδευση μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε ατομικά και συλλογικά.
Η ευαισθησία των ανθρώπων με υπερ-χαρακτηριστικά δεν είναι αδυναμία -είναι δύναμη που χρειάζεται την κατάλληλη εκπαίδευση και πρακτική για να μεταμορφωθεί και να ανθίσει. Ωστόσο, η ανάκαμψη από τοξικές σχέσεις δεν είναι θέμα θέλησης, είναι θέμα γνώσης και στρατηγικής.

