«Άστεγοι μέσα στο ίδιο μας το σπίτι»: Η Κίρα Καρνέζη και τα παράδοξα της ελληνικής ταυτότητας
Τι σημαίνει να αγαπάς βαθιά έναν τόπο και, την ίδια στιγμή, να μην αισθάνεσαι ότι μπορείς να στηριχθείς πάνω του; Πώς διαμορφώνεται η συλλογική μας ταυτότητα όταν η οικογένεια υποκαθιστά τους θεσμούς, η προσωπική γνωριμία συχνά υπερισχύει του κανόνα και η ανάγκη για ασφάλεια συνυπάρχει με μια βαθιά δυσπιστία απέναντι στην εξουσία; Και πόσο από αυτά που θεωρούμε «ελληνικά» είναι πράγματι επιλογές του παρόντος και πόσο απόηχοι μιας ιστορίας που εξακολουθεί να κατοικεί μέσα μας;
Με το βιβλίο της «Τα Παράδοξα της Ελληνικής Ταυτότητας», η Κίρα Καρνέζη επιχειρεί να κοιτάξει τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία όχι μέσα από έτοιμα στερεότυπα, αλλά μέσα από τις αντιφάσεις της. Μετά από τριάντα χρόνια ζωής στην Ελλάδα και μια μακρά περίοδο μόνιμης εγκατάστασης στο εξωτερικό, η συγγραφέας επιστρέφει νοητά στον τόπο της με το προνόμιο αλλά και την ευθύνη της απόστασης: εκείνη την απόσταση που, όπως λέει, επιτρέπει να δεις «το σπίτι σου από το παράθυρο του γείτονα».
Στις σελίδες της εμφανίζονται χαρακτηριστικοί κοινωνικοί «τύποι» —ο Ορθόδοξος Αναρχικός, ο Κομμουνιστής Επιχειρηματίας, ο Επαναστατημένος Δημόσιος Υπάλληλος— όχι ως καρικατούρες, αλλά ως σύνθετες εκδοχές ανθρώπων που προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου οι θεσμοί δεν προσφέρουν πάντοτε την ασφάλεια που υπόσχονται. Η οικογένεια γίνεται καταφύγιο και ταυτόχρονα «χρυσό κλουβί», η ιδεολογία συνυπάρχει με την πρακτική επιβίωση, η αντίσταση στην εξουσία συμβαδίζει με την ανάγκη για μια ισχυρή δομή και η αγάπη για την Ελλάδα δεν αναιρεί το αίσθημα ότι κάποιος μπορεί να είναι «άστεγος μέσα στο ίδιο του το σπίτι».
Η Καρνέζη δεν επιχειρεί να δώσει μια ιστορική ή κοινωνιολογική ετυμηγορία. Αντίθετα, όπως η ίδια επισημαίνει, το βιβλίο της είναι περισσότερο μια «διάγνωση» παρά μια «θεραπεία». Η ιστορία —από την Τουρκοκρατία μέχρι την οικονομική κρίση και τις κοινωνικές αναταράξεις των τελευταίων δεκαετιών— λειτουργεί ως υπόστρωμα πάνω στο οποίο αναζητά τις ρίζες συμπεριφορών που εξακολουθούν να εμφανίζονται στο παρόν. Και η ανάλυση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή η συγγραφέας δεν τοποθετεί τον εαυτό της έξω από όσα παρατηρεί. «Δεν νιώθω εκτός συστήματος και εκτός κριτικής», λέει χαρακτηριστικά. Αντί να δείχνει τους άλλους, αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα στους ίδιους μηχανισμούς που επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει.
Ίσως, τελικά, αυτό να είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου: η προσπάθεια να μετατραπεί η αυτοκριτική σε συλλογική αυτογνωσία. Όχι για να εξαφανιστούν οι αντιφάσεις, αλλά για να πάψουν να λειτουργούν αόρατα. Γιατί, όπως υποστηρίζει η Κίρα Καρνέζη, το πρώτο βήμα δεν είναι να θεραπεύσεις ένα συλλογικό τραύμα· είναι να μπορέσεις πρώτα να το κοιτάξεις χωρίς να φοβάσαι αυτό που θα αναγνωρίσεις.
Με αφορμή «Τα Παράδοξα της Ελληνικής Ταυτότητας», συνομιλούμε με την Κίρα Καρνέζη για την Ελλάδα που αγαπάμε, την Ελλάδα που μας απογοητεύει, τις οικογενειακές και κοινωνικές δομές που μας προστατεύουν και ταυτόχρονα μας περιορίζουν, αλλά κυρίως για εκείνες τις αντιφάσεις που, όσο περισσότερο τις αποφεύγουμε, τόσο περισσότερο εξακολουθούν να μας καθορίζουν.
Επιμέλεια συνέντευξης: Βασιλική Ευαγγέλου-Παπαθανασίου
Ο τίτλος και η κεντρική ιδέα του βιβλίου ξεκινούν από το αίσθημα ότι οι Έλληνες νιώθουμε συχνά «άστεγοι μέσα στο ίδιο μας το σπίτι». Πότε συνειδητοποιήσατε πρώτη φορά αυτή την αντίφαση;
Δεν ήταν μια συγκεκριμένη στιγμή, ήταν κάτι που συνειδητοποίησα σταδιακά, βλέποντας το ίδιο μοτίβο να επαναλαμβάνεται γύρω μου: ανθρώποι που αγαπούσαν βαθιά τη χώρα τους, αλλά τη στιγμή που ερχόντουσαν αντιμέτωποι με μια αδικία, μια κρίση ή μια αυθαιρεσία, συνειδητοποιούσαν ότι δεν είχαν να στραφούν σε κάτι αξιόπιστο.
Σε κάθε δύσκολη στιγμή, το μόνο δίχτυ ασφαλείας που έμενε όρθιο ήταν οι προσωπικοί δεσμοί. Κι αυτό είναι όμορφο και σωτήριο, αλλά έχει ένα βαρύ κόστος: όταν το κράτος απουσιάζει, η ιδιωτική αλληλεγγύη μετατρέπεται σε καταναγκασμό. Αναγκάζεσαι να στηριχτείς αποκλειστικά σε διαπροσωπικές σχέσεις, με όλη την πολυπλοκότητα και τα μπερδεμένα όρια που αυτές κουβαλούν.
Αυτό δημιουργεί κάτι σαν ανασφαλή προσκόλληση με την ίδια μας τη χώρα: αγαπάς βαθιά τον τόπο σου, νιώθεις σπλαχνικά δεμένος μαζί του, κι όμως δεν νιώθεις ποτέ τη σιγουριά ότι αυτός ο δεσμός θα σε κρατήσει αν πέσεις. Γιατί «στέγη» δεν είναι μόνο οι μνήμες, το τοπίο και η συναισθηματική οικειότητα, στέγη είναι η βεβαιότητα ότι υπάρχει ένα σταθερό πλαίσιο δικαιοσύνης και κοινωνικής φροντίδας γύρω σου. Κι όταν αυτή η σταθερότητα λείπει, όσο κι αν αγαπάς τον τόπο, νιώθεις διαρκώς εκτεθειμένος μέσα στο ίδιο σου το σπίτι.
Ως άνθρωπος που έζησε για χρόνια εκτός Ελλάδας, τι ήταν αυτό που σας επέτρεψε να δείτε την ελληνική πραγματικότητα διαφορετικά από όσους ζουν καθημερινά μέσα σε αυτήν;
Νομίζω πως η βασική διαφορά δεν είναι ότι όσοι ζουν στην Ελλάδα στερούνται κριτικής σκέψης. Κι εγώ η ίδια, όσο ζούσα εκεί, και έζησα τριάντα χρόνια, δεν μπορούσα να δω καθαρά αυτά τα μοτίβα. Όσο είσαι μέσα στο σύστημα, η ενέργειά σου καταναλώνεται στο να επιβιώσεις μέσα σε αυτό, όχι στο να το αναλύσεις.
Η διαφορά που φέρνει η μόνιμη ζωή στο εξωτερικό δεν αναπληρώνεται με ταξίδια ή με διάβασμα. Άλλο να επισκέπτεσαι μια χώρα κι άλλο να αναγκάζεσαι να λειτουργήσεις καθημερινά μέσα σε ένα τελείως διαφορετικό πλαίσιο. Αυτή η βιωματική σύγκριση σου αφαιρεί την ψευδαίσθηση ότι «έτσι λειτουργεί ο κόσμος παντού». Κάθε φορά που προσπαθούσα να «μεταφράσω» κάτι ελληνικό σε κάποιον ξένο, εννοώ κάποιον ξένο χωρίς κανένα κοινό σημείο αναφοράς και όχι κάποιον τουρίστα, αναγκαζόμουν να το ονομάσω με ακρίβεια, να καταλάβω γιατί υπάρχει, τι εξυπηρετεί, τι κρύβει. Πράγματα που στην Ελλάδα έμεναν σιωπηλά και αυτονόητα, έπρεπε ξαφνικά να γίνουν λόγος.
Παράλληλα, δεν έχω ρίξει μαύρη πέτρα πίσω μου. Επιστρέφω δυο φορές τον χρόνο, γράφω στα ελληνικά, ζω την καθημερινότητα με τους ανθρώπους μου και αυτή η διαρκής μετακίνηση ανάμεσα στα δύο συστήματα κρατάει τη σύγκριση ζωντανή.
Η απόσταση βέβαια δεν σε κάνει σοφότερο από μόνη της, σου δίνει όμως κάτι που δεν έχεις όσο είσαι μόνο μέσα: τη δυνατότητα -αν επιλέξεις να το κάνεις- να δεις, όπως λένε, το σπίτι σου από το παράθυρο του γείτονα.
Στο βιβλίο περιγράφετε χαρακτηριστικούς «τύπους» της ελληνικής κοινωνίας. Πώς προέκυψαν αυτοί οι τύποι και πόσο βασίζονται σε πραγματικές εμπειρίες και παρατηρήσεις;
Είναι εκατό τοις εκατό βασισμένοι σε πραγματικές εμπειρίες και παρατηρήσεις. Δεν υπάρχει τίποτα φανταστικό σε αυτό το βιβλίο, με την έννοια ότι δεν επινόησα καταστάσεις για να ταιριάξουν σε μια θεωρία.
Αυτό βέβαια δημιουργεί μια ευθύνη: πώς μιλάς για πραγματικούς ανθρώπους χωρίς να εκθέτεις κανέναν συγκεκριμένα. Γι’ αυτό στην αρχή του βιβλίου διευκρινίζω ότι ονόματα και αναγνωριστικά στοιχεία έχουν τροποποιηθεί, και ότι σε πολλές περιπτώσεις χαρακτηριστικά και ιστορίες από διαφορετικούς ανθρώπους έχουν συγχωνευτεί σε έναν χαρακτήρα. Δηλαδή κάθε χαρακτήρας δεν είναι ένα άτομο που περιγράφω φωτογραφικά, είναι μια σύνθεση, ένα μοτίβο που είδα να επαναλαμβάνεται σε πολλές διαφορετικές εκδοχές του, σε πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους.
Οι ίδιοι οι «τύποι» προέκυψαν μέσα από τη γραφή, όχι από ένα προσχεδιασμένο πλάνο. Το πρώτο κεφάλαιο που έγραψα ήταν ο Ορθόδοξος Αναρχικός, και από εκεί προέκυψαν φυσικά ο Κομμουνιστής Επιχειρηματίας και ο Επαναστατημένος Δημόσιος Υπάλληλος, καθώς προσπαθούσα να εξηγήσω στον εαυτό μου πώς φτάσαμε ως εδώ. Τα κεφάλαια για την οικογένεια και τη μετανάστευση ήρθαν εξίσου φυσικά. Δεν ξεκίνησα με έναν κατάλογο τύπων που ήθελα να γεμίσω, οι τύποι αναδύθηκαν επειδή γύριζα ξανά και ξανά σε συγκεκριμένα μοτίβα συμπεριφοράς που έβλεπα να επαναλαμβάνονται.
Αν θέλετε να το πούμε πιο ακαδημαϊκά, η διαδικασία μοιάζει πολύ με αυτό που στην ποιοτική έρευνα λέγεται θεματική ανάλυση: δεν ξεκινάς με έτοιμες κατηγορίες, αλλά μελετάς το υλικό επανειλημμένα μέχρι να αναδειχθούν μοτίβα, τα οποία μετά ονοματίζεις και οργανώνεις. Η διαφορά είναι ότι εδώ το «υλικό» ήταν η ζωή μου και οι παρατηρήσεις μου, όχι συνεντεύξεις μιας έρευνας.
Ο «Κομμουνιστής Επιχειρηματίας» είναι ένας ιδιαίτερα προκλητικός συμβολισμός. Τι αποκαλύπτει για τη σχέση των Ελλήνων με τις ιδέες και την πράξη;
Η ερώτηση υποθέτει ότι υπάρχει μια αντίφαση μεταξύ ιδεολογίας και πράξης, θεωρίας εναντίον συμφέροντος. Αλλά όσο περισσότερο μελετούσα αυτόν τον τύπο, τόσο περισσότερο καταλάβαινα ότι δεν πρόκειται για ασυνέπεια. Είναι ένα εσωτερικά συνεκτικό σύστημα, με τη δική του λογική.
Ο «Κομμουνιστής Επιχειρηματίας» ακολουθεί σταθερά κάποιες αρχές: η οικογένεια είναι πάντα πρώτη, οι προσωπικές σχέσεις αντικαθιστούν θεσμούς που δεν λειτουργούν, οι κανόνες παραβιάζονται όταν θεωρούνται άδικοι ή αυθαίρετοι και η ιστορία χρησιμοποιείται επιλεκτικά ανάλογα με το τι εξυπηρετεί τη στιγμή. Δεν είναι, βέβαια, αξίες κομμουνιστικές, γιατί δεν ζει στον κομμουνισμό. Είναι πιο κοντά σε έναν άγριο, ανεπίσημο καπιταλισμό, σαν της Άγριας Δύσης, όπου ο καθένας φτιάχνει τους δικούς του κανόνες επιβίωσης επειδή δεν υπάρχει κανένα αξιόπιστο σύστημα να τους πλαισιώσει. Αυτό δεν είναι υποκρισία, είναι ένα σύστημα αξιών απόλυτα λειτουργικό, απλώς οργανωμένο γύρω από την ατομική επιβίωση.
Αυτό που αποκαλύπτει, νομίζω, είναι ότι για πολλούς Έλληνες η ιδεολογία δεν λειτουργεί σαν οδηγία για την καθημερινή ζωή, όπως θα περίμενε κανείς σε πιο θεσμικά σταθερές κοινωνίες. Λειτουργεί περισσότερο σαν προσωπική ταυτότητα, σαν ένας τρόπος να νιώθεις ηθικά καθαρός απέναντι στην εξουσία και την ιστορία, ανεξάρτητα από το τι αναγκάζεσαι να κάνεις στην καθημερινή σου επιβίωση.
Και τα δύο συνυπάρχουν χωρίς σύγκρουση, γιατί όχι μόνο καλύπτουν διαφορετικές και μη συγκρουόμενες ανάγκες, αλλά και γιατί είναι η ίδια η «ιδεολογική» ταυτότητα που επιτρέπει αυτήν την «πρακτική λογική επιβίωσης» στην καθημερινή ζωή. Γιατί αν δεν τοποθετούνταν εναντίον της ιστορίας και της εξουσίας, πώς θα δικαιολογούσε στον εαυτό του τις πράξεις που η καθημερινή επιβίωση απαιτεί;

Στο κεφάλαιο για τον «Επαναστατημένο Δημόσιο Υπάλληλο» μιλάτε για την αναζήτηση ασφάλειας μέσα από το χάος. Γιατί θεωρείτε ότι αυτή η αντίφαση είναι τόσο έντονη στην ελληνική κοινωνία;
Στο βιβλίο κάνω μια σύντομη ιστορική αναδρομή που συνδέει αυτή τη συμπεριφορά με μια βαθιά ριζωμένη ανασφάλεια. Οι Έλληνες νιώθουμε ιδιαίτερα άβολα με το απρόβλεπτο, το ασαφές, το ανοιχτό ενδεχόμενο. Ακόμα και ο ελληνικός μύθος της δημιουργίας το δείχνει αυτό: πρώτα υπήρχε το Χάος, και μετά ήρθε ο Χρόνος για να του επιβάλει τάξη. Είναι σχεδόν πολιτισμικό πρόγραμμα, η ανάγκη να μετατρέψουμε το απρόβλεπτο σε κάτι διαχειρίσιμο.
Αλλά πέρα από αυτή την ψυχολογική διάσταση, νομίζω πως το παράδοξο είναι τόσο έντονο επειδή δεν υπάρχουν πραγματικά λειτουργικοί θεσμοί να απορροφήσουν αυτή την ανασφάλεια. Όταν οι θεσμοί δεν εγγυώνται τίποτα σταθερό, δεν εμπιστεύεσαι τη διαδικασία, εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο που ξέρεις. Δεν στηρίζεσαι στον νόμο, στηρίζεσαι σε αυτόν που μπορεί να σου κάνει τη χάρη.
Αυτό δημιουργεί μια παράξενη διπλή τοποθέτηση: αναζητάς ασφάλεια μέσα από τη σταθερή θέση, το δημόσιο, την ιεραρχία, αλλά ταυτόχρονα αγανακτείς με το ίδιο ακριβώς σύστημα, γιατί ξέρεις καλά ότι δεν είναι δίκαιο ούτε αξιόπιστο. Δεν είναι τυχαία αντίφαση, είναι η λογική συνέπεια μιας κοινωνίας που έμαθε ιστορικά ότι οι θεσμοί απογοητεύουν, αλλά που παρ’ όλα αυτά είναι το μόνο πλαίσιο μέσα στο οποίο θα συναντήσεις τους ανθρώπους που τελικά θα σε βοηθήσουν.
Ο «Ορθόδοξος Αναρχικός» συνδυάζει δύο έννοιες που μοιάζουν ασύμβατες. Ποια ανάγκη της ελληνικής ψυχοσύνθεσης εκφράζει αυτό το παράδοξο;
Ωραία ερώτηση. Νομίζω πως όλα τα παράδοξα του βιβλίου κρύβουν από μια πραγματική ανάγκη μέσα τους και εδώ νομίζω πως η ρίζα είναι ιστορική, πάει πίσω στην Τουρκοκρατία.
Ιστορικά, οι Έλληνες έμαθαν με σκληρό τρόπο ότι η ανθρώπινη εξουσία, όποια κι αν ήταν αυτή, διαφθείρεται ή προδίδει, για αυτό δεν την εμπιστεύονται.
Από την άλλη, κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, η θρησκεία δεν ήταν απλώς πνευματική παρηγοριά, ήταν το μόνο αναγνωρισμένο θεσμικό πλαίσιο που είχαν οι Έλληνες. Μέσα από αυτήν περνούσε η γλώσσα, η δικαιοσύνη, η εκπαίδευση, η ίδια η αίσθηση του ποιοι είμαστε. Έτσι δημιουργήθηκε κάτι με δύο ταυτόχρονες διαστάσεις:
Η πρώτη είναι προσωπική: το «μόνο ο Θεός θα με κρίνει» δεν είναι απλώς θρησκευτικό συναίσθημα, είναι μια επαναστατική δήλωση, ότι κανένας ανθρώπινος θεσμός δεν έχει την ηθική εξουσία να υπερβεί τη συνείδηση του ατόμου. Και αυτό δεν χρειάζεται καν πίστη στον Θεό για να λειτουργήσει, δουλεύει το ίδιο για κάποιον βαθιά θρήσκο όσο και για έναν άθεο ή αγνωστικιστή, γιατί η ουσία του δεν είναι η λατρεία, είναι η ύπαρξη μιας τελικής, προσωπικής ηθικής αρχής που δεν ακυρώνεται από την κρίση των άλλων.
Η δεύτερη διάσταση είναι συλλογική: Η θρησκευτική και η εθνική ταυτότητα συνδέθηκαν πολύ στενά, όχι επειδή είναι εννοιολογικά το ίδιο πράγμα, αλλά επειδή οι ιστορικές συνθήκες τις ανάγκασαν να μοιραστούν τον ίδιο θεσμικό φορέα. Ως αποτέλεσμα όμως, η αναφορά σε μια ανώτερη ηθική από την εκάστοτε ανθρώπινη εξουσία έγινε αναπόσπαστα δεμένη με την αίσθηση του ανήκειν, με τους ανθρώπους σου, με την ιστορία που μοιράζεσαι μαζί τους.
Αυτό εξηγεί γιατί ο Ορθόδοξος Αναρχικός δεν είναι απλώς κάποιος που αντιστέκεται στην εξουσία και βρίσκει καταφύγιο σε μια αφηρημένη θεϊκή αρχή. Αυτά δεν είναι δύο ξεχωριστά πράγματα που συμπτωματικά συνυπάρχουν, αλλά γεννήθηκαν μαζί, μέσα από την ίδια ιστορική ανάγκη επιβίωσης. Νομίζω πως αυτό εκφράζει την εξής βαθιά ανάγκη: να μπορείς να αντισταθείς σε μια εξουσία που ιστορικά σε έχει απογοητεύσει, χωρίς να χάσεις ούτε την ηθική σου πυξίδα ούτε το σημείο αναφοράς που σε κρατάει δεμένο με τους ανθρώπους σου.
Αναφέρεστε στην ελληνική οικογένεια ως «χρυσό κλουβί». Πού τελειώνει η φροντίδα και πού αρχίζει ο έλεγχος;
Πρώτα να διευκρινίσουμε κάτι σημαντικό για τους αναγνώστες: δεν μιλάω για όλες τις ελληνικές οικογένειες, ούτε υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός για την ελληνική οικογένεια στο βιβλίο. Στη ιστορία της Μαρίας περιγράφω ένα αρχέτυπο, ένα μοτίβο που εμφανίζεται συχνά, όχι μια καθολική εμπειρία.
Με αυτή τη διευκρίνιση, νομίζω πως το όριο βρίσκεται εκεί που η φροντίδα σταματάει να είναι δώρο και γίνεται σιωπηλή συναλλαγή. Όσο η υποστήριξη, οικονομική, συναισθηματική, πρακτική, δίνεται χωρίς να κατονομάζεται ποτέ ως υποχρέωση, αλλά συνοδεύεται από την αμίλητη προσδοκία ανταπόδοσης, εκεί ξεκινάει ο έλεγχος. Δεν είναι θέμα πρόθεσης, οι γονείς συνήθως πιστεύουν ειλικρινά ότι προσφέρουν αγάπη, όχι εξουσία. Είναι θέμα δομής: όταν δεν τηρούνται τα όρια της ατομικότητας, όταν οι αξίες, οι προτεραιότητες, ακόμα και οι αποφάσεις ζωής δύο ή περισσότερων ανθρώπων συγχωνεύονται σε ένα, χωρίς κανείς να έχει συμφωνήσει ρητά σε αυτό.
Το «χρυσό κλουβί» δεν σημαίνει κακή πρόθεση, σημαίνει ότι η φροντίδα γίνεται τόσο πυκνή που η ανεξαρτησία γίνεται σχεδόν αδύνατη χωρίς ένα αίσθημα ενοχής ή αχαριστίας. Και αυτό δεν είναι θέμα του κάθε ατόμου ξεχωριστά, είναι θέμα του συστήματος: μια δομή που έμαθε να λειτουργεί έτσι επειδή για γενιές ήταν η μόνη αξιόπιστη μορφή κοινωνικής ασφάλειας που υπήρχε.
Πιστεύετε ότι η στενή σχέση με την οικογένεια αποτελεί σήμερα δύναμη επιβίωσης ή εμπόδιο προσωπικής αυτονόμησης;
Η ερώτηση μοιάζει να ζητάει να διαλέξω ανάμεσα στα δύο, αλλά νομίζω πως η πιο ειλικρινής απάντηση είναι ότι δεν πρόκειται για δύο διαφορετικά πράγματα. Είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, το ίδιο ακριβώς σύστημα σε κρατάει όρθιο και ταυτόχρονα σε περιορίζει.
Το είπαμε ήδη: όταν λείπει ένα ευρύτερο πλαίσιο, η οικογένεια είναι αυτή που μένει -όταν μένει. Ταυτόχρονα, όμως, η ίδια αυτή στενή αλληλεξάρτηση απαιτεί κάτι σε αντάλλαγμα, συμμόρφωση, διαθεσιμότητα, λογοδοσία, ακόμα και σε ενήλικες ζωές.
Οφείλω όμως να πω ότι στην Ελλάδα αυτό το σύστημα δεν είναι ουδέτερο ως προς το φύλο. Χτίστηκε μέσα σε ένα πλαίσιο πατριαρχικών δομών, συγκεκριμένης έμφυλης κοινωνικοποίησης, και μιας ισχυρής θρησκευτικής παράδοσης. Οπότε το βάρος της συμμόρφωσης δεν κατανέμεται ποτέ εντελώς ίσα ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες, ή ανάμεσα σε γενιές.
Γενικά δεν θα έλεγα ότι η στενή οικογενειακή σχέση είναι από μόνη της κάτι καλό ή κακό. Στο βιβλίο περιγράφω αυτό που βλέπω και προσπαθώ να μην το αξιολογώ.
Στο βιβλίο διακρίνεται μια προσπάθεια κατανόησης και όχι καταδίκης. Ήταν δύσκολο να αποφύγετε τον πειρασμό της κριτικής όταν εξερευνούσατε τόσο ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα;
Ναι, ήταν πολύ δύσκολο και δεν θα έλεγα ότι το απέφυγα εντελώς τον πειρασμό της κριτικής. Το αναλυτικό μυαλό μου πηγαίνει φυσικά προς την κρίση, και αυτό μερικές φορές δημιουργεί αντίδραση στον αναγνώστη, ή στον ίδιο μου τον εαυτό όταν ξαναδιαβάζω κάτι που έχω γράψει.
Αυτό που προσπάθησα πραγματικά να κάνω δεν ήταν να μην κρίνω ποτέ, αλλά να διατηρώ την περιέργειά μου ζωντανή για το κάθε φαινόμενο που εξέταζα, ώστε να αφήνω ανοιχτά όσο περισσότερα ενδεχόμενα μπορούσα. Η διαφορά ανάμεσα σε ανάλυση και κρίση είναι κάτι που έμαθα με δύσκολο τρόπο, μέσα από δικές μου εμπειρίες: η ανάλυση προσπαθεί να καταλάβει γιατί κάτι λειτουργεί έτσι, ενώ η κρίση απλώς κλείνει την υπόθεση. Η ανάλυση αφήνει χώρο για το ενδεχόμενο ότι υπάρχει ακόμα κάτι που δεν έχω δει. Η κρίση όχι.
Νομίζω πως αυτό που βοήθησε περισσότερο ήταν η απόσταση, όχι μόνο η γεωγραφική αλλά και η χρονική. Δεν έγραψα αυτό το βιβλίο τη στιγμή που έφευγα από την Ελλάδα, όταν ένιωθα πικρία, αλλά χρόνια αργότερα, όταν είχα πια την ηρεμία να κοιτάξω τα ίδια πράγματα χωρίς τον θυμό που τα συνόδευε αρχικά. Η απόσταση δίνει διαύγεια. Και η διαύγεια, νομίζω, μοιάζει με κατανόηση πολύ περισσότερο απ’ ό,τι μοιάζει με καταδίκη, ακόμα κι όταν περιγράφει πράγματα δύσκολα.
Ποιο από τα ελληνικά «παράδοξα» που αναλύετε σας δυσκόλεψε περισσότερο να ερμηνεύσετε;
Η αλήθεια είναι ότι δεν δυσκολεύτηκα να γράψω κανένα από τα κεφάλαια του βιβλίου με την έννοια του να βρω τις λέξεις, γιατί έγραφα πρώτα την ιστορία και μετά έβαζα τους τίτλους. Ήταν η δική μου ιστορία, οπότε το υλικό υπήρχε ήδη μέσα μου.
Αν αναδιατυπώσω λίγο την ερώτηση, ποιο παράδοξο μου πήρε περισσότερο χρόνο να το δω καθαρά, νομίζω πως θα έλεγα ότι το πιο δύσκολο δεν ήταν αυτό που περιέγραφε τους άλλους, αλλά αυτό που περιέγραφε εμένα. Είναι πολύ πιο εύκολο να αναλύσεις έναν τύπο σαν εξωτερικός παρατηρητής παρά να αναγνωρίσεις ότι εσύ ο ίδιος τον ενσαρκώνεις. Χρειάστηκε περισσότερος χρόνος και απόσταση για να καταλάβω πώς οι δικές μου αντιδράσεις, η δική μου ανάλυση, η δική μου προσπάθεια να ελέγξω το χάος μέσω της λογικής, ήταν κι αυτές μια μορφή του ίδιου παραδόξου που περιέγραφα στους άλλους.
Το να γράφεις για κάτι που ζεις είναι εύκολο. Το να καταλάβεις πλήρως πώς ζεις μέσα σε αυτό, όχι απλώς σαν παρατηρητής αλλά σαν συμμετέχων, αυτό ήταν το πραγματικά δύσκολο κομμάτι.
Υπάρχει κάποιος από τους χαρακτήρες ή τους τύπους που περιγράφετε στον οποίο αναγνωρίσατε στοιχεία του εαυτού σας;
Ναι, σίγουρα. Και θα έλεγα κάτι παραπάνω: δεν αναγνωρίζω απλώς στοιχεία του εαυτού μου σε έναν τύπο, αναγνωρίζω τον εαυτό μου σε όλους. Χρησιμοποίησα πράγματι κάποιες φορές άλλους χαρακτήρες για να μιλήσω για κάτι που πραγματικά συνέβη σε μένα, στο πλαίσιο της ανωνυμίας και της προστασίας της ιδιωτικότητας όλων, αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι μιλάω και για τον εαυτό μου σε αυτό το βιβλίο, όχι μόνο για τους άλλους.
Νομίζω πως αυτό είναι κρίσιμο να το ξεκαθαρίσω, γιατί θα ήταν πολύ εύκολο να διαβάσει κανείς αυτό το βιβλίο σαν μια εξωτερική κριτική, σαν να στέκομαι απ’ έξω και να δείχνω τις αντιφάσεις των άλλων. Δεν είναι έτσι. Δεν νιώθω εκτός συστήματος και εκτός κριτικής. Είμαι μέσα σε αυτά τα παράδοξα, ακριβώς όπως όλοι οι υπόλοιποι Έλληνες. Η μόνη διαφορά είναι ότι επέλεξα να τα δω με την απόσταση ενός αναλυτή, αντί να τα ζήσω χωρίς να τα εξετάσω. Αλλά η απόσταση της ανάλυσης δεν σε βγάζει έξω από αυτό που αναλύεις, απλώς σου δίνει έναν διαφορετικό τρόπο να το κατοικήσεις.
Πόσο έχουν επηρεάσει η οικονομική κρίση και οι κοινωνικές αναταράξεις των τελευταίων δεκαετιών τη διαμόρφωση αυτών των συμπεριφορών;
Πρέπει να είμαι ειλικρινής εδώ: δεν είμαι ιστορικός, και το βιβλίο δεν διεκδικεί να είναι ιστορική μελέτη με αυτή την έννοια. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η ιστορία είναι άσχετη με όσα περιγράφω, σημαίνει απλώς ότι τη χρησιμοποιώ διαφορετικά. Δηλαδή δεν προσπαθώ να αποδείξω τι ακριβώς συνέβη ή πότε, αυτό είναι δουλειά του ιστορικού. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι πώς αυτές οι εμπειρίες, η Τουρκοκρατία, η κρίση, όλα όσα ζήσαμε ως λαός, έχουν περάσει μέσα μας και εξακολουθούν να καθορίζουν το πώς αντιδράμε σήμερα. Είναι ιστορία όχι ως τεκμήριο, αλλά ως κάτι που κουβαλάμε.
Γι’ αυτό, όταν λέω ότι η ρίζα του Ορθόδοξου Αναρχικού είναι η Τουρκοκρατία, δεν κάνω μια ιστοριογραφική παράθεση, λέω ότι αυτό το μοτίβο μοιάζει να έχει τις ρίζες του εκεί, με βάση αυτό που βλέπω να επαναλαμβάνεται ακόμα και σήμερα. Αλλά όταν λέω ότι δεν είμαι ιστορικός δεν αναιρώ καθόλου αυτήν την παρατήρηση που κατέγραψα, απλώς παραδέχομαι ότι τα όρια της δικής μου ανάλυσης είναι εκεί που θα χρειαζόταν κάποιος με διαφορετική ειδίκευση για να τεκμηριώσει με ακρίβεια τι συνέβη ιστορικά.
Η οικονομική κρίση, για παράδειγμα, δεν νομίζω ότι δημιούργησε αυτά τα μοτίβα από το μηδέν, νομίζω ότι έφερε στην επιφάνεια κάτι που ήταν ήδη εκεί, μέσα μας, εδώ και πολύ καιρό.
Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι η γενιά πριν από τη δική μου έζησε μέσα σε πολύ διαφορετικές κατηγορίες. Η γιαγιά μου μού μιλούσε για μια Αθήνα όπου το πολιτικό λεξιλόγιο και οι διαχωρισμοί ήταν τελείως διαφορετικοί από τους σημερινούς π.χ. βενιζελικοί και βασιλικοί. Αυτό μόνο του δείχνει πόσο διαφορετικά ήταν τα πλαίσια, και υποθέτω πόσο διαφορετικοί θα ήταν και οι «τύποι» που θα περιέγραφε κανείς τότε.
Θα μπορούσα να φανταστώ ότι οι τύποι που περιγράφω στο βιβλίο έχουν κάτι σαν προγόνους, ανθρώπους που έζησαν παρόμοιες εντάσεις μέσα σε πολύ διαφορετικές ιστορικές συνθήκες. Αλλά αυτό είναι μια εκτίμηση, όχι μια ακαδημαϊκή καταγραφή. Κι εκεί ακριβώς τελειώνει ο ρόλος του παρατηρητή και ξεκινά η δουλειά του ιστορικού.
Αν γράφατε το ίδιο βιβλίο σε είκοσι χρόνια από σήμερα, πιστεύετε ότι οι ίδιες αντιφάσεις θα εξακολουθούσαν να χαρακτηρίζουν την ελληνική κοινωνία;
Νομίζω πως ναι, σε μεγάλο βαθμό. Τα πράγματα αλλάζουν, αλλά αλλάζουν πολύ αργά, και με πολύ διαφορετικό ρυθμό για διαφορετικούς ανθρώπους, οικογένειες, ακόμα και γεωγραφικές περιοχές. Δεν πιστεύω ότι σε είκοσι χρόνια αυτές οι αντιφάσεις θα έχουν εξαφανιστεί.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, αυτό το βιβλίο δεν είναι μια πρόβλεψη, είναι μια φωτογραφία. Καταγράφει αυτό που έζησα εγώ, σε μια συγκεκριμένη στιγμή. Και οι φωτογραφίες δεν είναι απλώς παθητικές καταγραφές του παρελθόντος, είναι αποδεικτικά στοιχεία. Έχουν τη δύναμη να δείξουν σε κάποιον, ίσως στην επόμενη γενιά, τι ακριβώς κουβαλάει, ώστε να μπορεί να διαλέξει συνειδητά τι θα κρατήσει και τι θα αφήσει, αντί να το κουβαλάει χωρίς να το βλέπει.
Στο βιβλίο θέτω ακριβώς αυτό το ερώτημα, αν η επόμενη γενιά θα μπορέσει να συνθέσει κάτι πιο συνεκτικό από τα κομμάτια που της αφήνουμε, ή αν θα αναγκαστεί να ξαναζήσει τα ίδια παράδοξα με νέα ονόματα. Δεν έχω την απάντηση. Αλλά ελπίζω πως το να βλέπεις καθαρά ένα μοτίβο είναι το πρώτο βήμα για να μην είσαι απλώς μέσα σε αυτό χωρίς να το ξέρεις.
Ποια ήταν η πιο απρόσμενη ανακάλυψη που κάνατε κατά τη διάρκεια της έρευνας και της συγγραφής;
Νομίζω πως η πιο απρόσμενη ανακάλυψη ήταν καθαρά προσωπική, όχι για την Ελλάδα, αλλά για μένα την ίδια ως συγγραφέα.Συνειδητοποίησα ότι, σε ένα βαθύ επίπεδο, η ανάγκη μου να καταγράψω αυτή την αλήθεια ήταν μεγαλύτερη από την ανάγκη μου να γίνω αρεστή. Δεν προσπάθησα να μαντέψω τι θα ήθελε να ακούσει ο αναγνώστης ή πώς θα με έκρινε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν με νοιάζει ο αναγνώστης, κάθε άλλο. Σημαίνει ότι τον σέβομαι αρκετά ώστε να του πω την αλήθεια μου χωρίς να την στρογγυλέψω για να ακούγεται πιο άνετη. Και τον σέβομαι εξίσου, όσο και τους ανθρώπους που εμφανίζονται μέσα στο βιβλίο, μεταμφιεσμένοι, γι’ αυτό και επέλεξα να το εκδώσω προς το παρόν με ψευδώνυμο, μέσα από το δικό μου εκδοτικό σήμα.
Από την άλλη, η αυτόνομη εκδοτική διαδρομή ήταν και ζήτημα συγγραφικού χρόνου: η παραδοσιακή διαδικασία απαιτεί μια μακρά περίοδο αναμονής κι εγώ ένιωθα την εσωτερική ανάγκη να κλείσει αυτός ο κύκλος, να αποτυπωθεί αυτή η παρατήρηση ακριβώς όπως τη βίωσα, ώστε να μπορέσω να περάσω απελευθερωμένη στο επόμενο βιβλίο.
Η κύρια ανακάλυψη λοιπόν ήταν ότι δεν έγραψα αυτό το βιβλίο για αποδοχή. Το έγραψα επειδή έπρεπε να καταγράψω αυτό που είδα, με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή προς όσους εμφανίζονται μέσα του.
Ήταν μια απρόσμενη ανακάλυψη γιατί δεν το ήξερα αυτό για τον εαυτό μου πριν αρχίσω να γράφω.
Το βιβλίο λειτουργεί ως μια μορφή συλλογικής αυτογνωσίας. Ποια συζήτηση θα θέλατε ιδανικά να ανοίξει στους αναγνώστες μετά την ανάγνωσή του;
Η αλήθεια είναι πως δεν έχω μια συγκεκριμένη συζήτηση στο μυαλό μου που θέλω να ανοίξει. Αυτό το αφήνω επίτηδες στους αναγνώστες.
Μου έμεινε, όμως, κάτι που μου είπε μια φίλη από το εξωτερικό, αφού διάβασε το βιβλίο και μετά πήγε διακοπές στην Ελλάδα. Μου είπε: «Τώρα, έχοντας διαβάσει το βιβλίο, το βίωμά μου είναι διαφορετικό». Δεν μου εξήγησε ακριβώς ως προς τι, ίσως γιατί το επεξεργαζόταν ακόμα, ίσως γιατί κάποια πράγματα είναι πολύ προσωπικά για να μπουν αμέσως σε λόγια. Της απάντησα ότι χαίρομαι πολύ που το βιβλίο άλλαξε τον τρόπο που βλέπει τα πράγματα, όχι επειδή εγώ της άλλαξα την οπτική, αλλά για έναν πιο εγωιστικό λόγο: επειδή εγώ χρειάστηκε να αλλάξω τη δική μου οπτική για να γράψω αυτό το βιβλίο, και δεν ήθελα να το βιώνω αυτό μόνη μου.
Αυτό είναι, νομίζω, το πιο ειλικρινές πράγμα που μπορώ να πω για το τι ελπίζω να προκαλέσει. Δεν θέλω να πείσω κανέναν για μια συγκεκριμένη άποψη. Θέλω απλώς κάποιος να αναγνωρίσει κάτι που ζούσε χωρίς να το έχει ονοματίσει και ίσως να νιώσει λιγότερο μόνος μέσα σε αυτό. Και αν κάποιος διαβάσει το βιβλίο και σκεφτεί ότι κάπου κάνω λάθος, γιατί δεν έχω λάβει υπόψη τη δική του εμπειρία, θα το έβρισκα πολύ ενδιαφέρον να το μάθω. Δεν το γράφω σαν την τελευταία λέξη πάνω σε αυτά τα θέματα.
Αν έπρεπε να συνοψίσετε σε μία φράση το βασικό ψυχολογικό μοτίβο που ενώνει όλους αυτούς τους αντιφατικούς «τύπους», ποια θα ήταν αυτή;
Η πρώτη μου σκέψη είναι να δανειστώ κάτι ψυχολογικό από τον Adler: αυτό είναι ένα συλλογικό κόμπλεξ κατωτερότητας, που γεννήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τη σχέση μας με τη Δύση, η οποία μας εξιδανίκευσε ως πρόγονό της και μετά απογοητεύτηκε που δεν της μοιάζαμε, και το οποίο αντισταθμίστηκε με πολλούς αντιφατικούς τρόπους.
Δεν το λέω αυτό σαν κλινική διάγνωση για μια ολόκληρη χώρα, είναι μια αναλογία που μου φαίνεται χρήσιμη για να καταλάβω το μοτίβο.
Με λιγότερο «ψυχολογικά» λόγια: κάθε ένας από αυτούς τους τύπους είναι μια διαφορετική στρατηγική για να διατηρήσεις την αξιοπρέπειά σου, ενώ προσπαθείς να επιβιώσεις μέσα σε συστήματα που ιστορικά δεν σε υπηρέτησαν ποτέ πραγματικά.
Οι «τύποι» του βιβλίου αντισταθμίζουν μια ιστορική πληγή με τρόπους που μοιάζουν αντιφατικοί αι’ έξω, αλλά που εσωτερικά εξυπηρετούν όλοι τον ίδιο σκοπό.
Θεωρείτε ότι οι Έλληνες έχουμε συμφιλιωθεί με τις αντιφάσεις μας ή εξακολουθούμε να τις κρύβουμε πίσω από εθνικούς μύθους και στερεότυπα;
Με τίποτα δεν έχουμε συμφιλιωθεί. Το βιβλίο είναι μια απόπειρα διάγνωσης, όχι θεραπείας. Για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, πόσο μάλλον για την ίαση, έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας.
Νομίζω πως συνήθως κρύβουμε τις αντιφάσεις μας πίσω από εθνικούς μύθους, γιατί οι μύθοι προσφέρουν μια βεβαιότητα που η πραγματική αυτοεξέταση δεν προσφέρει. Όταν αποδομείς αυτό που γνωρίζεις, αυτό που σου μένει δεν είναι νέα γνώση, αλλά ανασφάλεια. Θέλει μεγάλο κουράγιο να πεις «δεν ξέρω».
Αλλά νομίζω πως το πρώτο βήμα δεν είναι η επίλυση, είναι απλώς το να βλέπεις καθαρά. Να αναγνωρίζεις το μοτίβο αντί να το αναπαράγεις ασυνείδητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε συμφιλιωθεί με τίποτα, σημαίνει απλώς ότι, ίσως, έχουμε αρχίσει να το βλέπουμε.
Μετά τη συγγραφή αυτού του βιβλίου, αισθάνεστε περισσότερο αισιόδοξη ή περισσότερο προβληματισμένη για το μέλλον της Ελλάδας;
Δεν θα έλεγα ότι η συγγραφή του βιβλίου επηρέασε το πόσο αισιόδοξη ή προβληματισμένη είμαι για το μέλλον της Ελλάδας. Αν δεν ήμουν ήδη αρκετά προβληματισμένη, δεν θα είχα μεταναστεύσει μόνιμα. Αυτό δεν άλλαξε επειδή έγραψα ένα βιβλίο.
Αυτό που άλλαξε είναι η αισιοδοξία μου για κάτι πιο συγκεκριμένο: για το πώς όσοι διαβάσουν αυτό το βιβλίο θα διαχειριστούν τη δική τους κατάσταση και για το πώς η κόρη μου θα αντιμετωπίσει τη δική της κληρονομιά. Όχι με λιγότερη πολυπλοκότητα, αλλά με περισσότερη επίγνωση.
Νομίζω πως η διαφορά ανάμεσα σε μια γενιά που ζει τις αντιφάσεις ασυνείδητα και σε μια γενιά που τις βλέπει καθαρά είναι τεράστια, ακόμα κι αν τα ίδια τα παράδοξα δεν εξαφανίζονται. Δεν ελπίζω η κόρη μου να μεγαλώσει με μια Ελλάδα χωρίς αντιφάσεις, αυτό μάλλον δεν πρόκειται να συμβεί σύντομα. Ελπίζω να μεγαλώσει έχοντας τα εργαλεία να αναγνωρίζει τις αντιφάσεις όταν τις συναντήσει, και να κάνει συνειδητές επιλογές αντί να τις αναπαράγει χωρίς να το καταλαβαίνει. Αυτό, νομίζω, είναι πιο ρεαλιστικό από την αισιοδοξία και ίσως πιο χρήσιμο.
Ποιο κεφάλαιο θεωρείτε ότι θα ενοχλήσει περισσότερο τους αναγνώστες;
Κατ’ αρχάς, δεν έχω καμία πρόθεση να προκαλέσω ή να ενοχλήσω κανέναν. Σέβομαι απόλυτα ότι κάθε άνθρωπος κουβαλάει τη δική του διαδρομή, τα δικά του βιώματα και τα δικά του όρια.
Αυτός είναι ένας άλλος λόγος που επέλεξα μια πιο αυτόνομη εκδοτική διαδρομή: ήθελα η συνάντηση του αναγνώστη με το βιβλίο να είναι μια συνειδητή δική του επιλογή. Τα δύσκολα θέματα, όπως συμβαίνει με την ποίηση, με τη γραφή για το τραύμα, με κάθε ιστορία που αγγίζει κάτι πραγματικό, απαιτούν έναν χώρο καλόπιστης ανάγνωσης.
Ως προς το ποιο κεφάλαιο θα «ενοχλήσει» περισσότερο, ειλικρινά δεν μπορώ να το προβλέψω. Ξέρω βέβαια ότι όταν γράφει κανείς με ειλικρίνεια για ευαίσθητα κοινωνικά και προσωπικά ζητήματα, είναι αναμενόμενο κάποια σημεία να αγγίξουν ευαίσθητες χορδές ή να προκαλέσουν διαφωνίες, αλλά αυτό εξαρτάται τόσο πολύ από τη δική του προσωπική ιστορία που θα ήταν αφελές από μέρους μου να το μαντέψω.
Αυτό που ελπίζω είναι πως όποιος επιλέξει να διαβάσει το βιβλίο, θα το κάνει γνωρίζοντας ότι η πρόθεσή μου δεν είναι να κρίνω ή να προσβάλω, αλλά να περιγράψω με ακρίβεια το δικό μου βίωμα. Κι αν κάποιος διαφωνήσει με την οπτική μου, αυτό είναι απολύτως θεμιτό, η διαφωνία είναι μέρος του διαλόγου και βοηθάει κι εμένα να δω πράγματα που ενδεχομένως προσπέρασα.
Αν ένας ξένος αναγνώστης διάβαζε μόνο μία σελίδα από το βιβλίο σας για να καταλάβει την Ελλάδα, ποια θα θέλατε να είναι αυτή και τι θα έπρεπε να κρατήσει από αυτήν;
Θα διάλεγα τη σελίδα που μιλάει για αυτό που ονομάζω «αποικιοκρατία μέσω της εξιδανίκευσης», του πώς η Δύση δεν αντιμετώπισε ποτέ την Ελλάδα ως ισότιμο έθνος, αλλά την «υιοθέτησε» ως την ιδεατή, φαντασιακή καταγωγή της. Υπάρχει μια εικόνα εκεί που νομίζω πως τα λέει όλα: ένας Πολωνός μπορεί να είναι απλώς Πολωνός. Ένας σύγχρονος Έλληνας, στα μάτια της Δύσης, συχνά αντιμετωπίζεται σαν ένας «αποτυχημένος Αρχαίος Έλληνας».
Αυτό που θα ήθελα να κρατήσει ο ξένος αναγνώστης, αλλά εξίσου κι ο Έλληνας, είναι ότι η σύγχρονη Ελλάδα δεν χρωστάει τίποτα σε κανέναν άλλο: ούτε πολιτισμό, ούτε τουρισμό, ούτε να ανήκει στη Δύση ή στην Ανατολή. Το μόνο πράγμα που πραγματικά χρωστάει είναι στον ίδιο της τον εαυτό: να γίνει ένας χώρος που δέχεται όλη την πολυπλοκότητα των ανθρώπων που έχουν δεσμό μαζί της, ώστε να μπορούμε επιτέλους να σεβαστούμε το υποκειμενικό βίωμα και τα όρια του καθενός, χωρίς να τα μετράμε πάντα με βάση το πόσο ταιριάζουν σε προκατασκευασμένες αφηγήσεις για το τι «πρέπει» να είναι κανείς.
___________
Αν βρίσκεστε στην Ελλάδα, το βιβλίο «Τα Παράδοξα της Ελληνικής Ταυτότητας» μπορείτε να το βρείτε ηλεκτρονικά στην εφαρμογή Google Play Books (σε iPhone ή Android) εδώ
Αν βρίσκεστε στην Αγγλία ή στις ΗΠΑ, μπορείτε να παραγγείλετε το έντυπο βιβλίο σε όλα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία με το ISBN 978-1-9194851-0-2 ή να το παραγγείλετε απευθείας από αυτό το site
Στην αγγλική του έκδοση “The Paradoxes of Greek Identity” μπορείτε να το βρείτε μέσω Amazon σε όσες χώρες παρέχει υπηρεσίες, ή σε ebook εδώ

