Δέσποινα Τσίτουρα: «Είκοσι μία ημέρες για να συναντήσεις τον εαυτό σου»
Η «Μύγα οικιακή» της Δέσποινας Τσίτουρα είναι μια νουβέλα για τον εγκλεισμό, αλλά κυρίως για όσα συμβαίνουν μέσα μας όταν ο εξωτερικός κόσμος σιωπά. Είκοσι μία ημέρες πίσω από μια κουρτίνα αρκούν για να αναγκάσουν την ηρωίδα να κοιτάξει κατάματα μια ζωή που μέχρι τότε είχε μάθει να αντέχει, να αποδέχεται και να υπηρετεί. Η καραντίνα γίνεται αφορμή για μια βαθύτερη διαδρομή αυτογνωσίας, όπου η γραφή λειτουργεί σαν καθρέφτης και οι σχέσεις, οι βεβαιότητες και οι ρόλοι αποδομούνται ένας ένας.
Μια ιστορία για την προδοσία, την αντοχή, την αυτοακύρωση και τη φυγή, αλλά πάνω απ’ όλα για εκείνη τη δύσκολη στιγμή που ένας άνθρωπος αποφασίζει να επιστρέψει στον εαυτό του. Μιλήσαμε με τη Δέσποινα Τσίτουρα για την «Μύγα οικιακή», για την ελευθερία που μπορεί να γεννηθεί μέσα από έναν εγκλεισμό και για την ανάγκη να βουλιάξουμε, κάποτε, μέσα στην αγάπη.
Επιμέλεια συνέντευξης: Βασιλική Ευαγγέλου-Παπαθανασίου
Είκοσι μία ημέρες πίσω από μια κουρτίνα. Η καραντίνα στο βιβλίο δεν λειτουργεί απλώς ως εξωτερικός περιορισμός, αλλά μοιάζει να γίνεται ένας αναγκαστικός εγκλεισμός της ηρωίδας απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό. Τι θέλατε να αποκαλύψει αυτή η απομόνωση;
Η καραντίνα που επιβάλλεται στην ηρωίδα για ιατρικούς λόγους, της αποκαλύπτει έναν βαθύτερο εγκλεισμό που έχει ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Έναν εγκλεισμό σε μια ζωή φαινομενικά τακτοποιημένη που όμως η ίδια νιώθει ότι πλέον δεν της ανήκει. Όταν η καθημερινότητα της σταματά απότομα, η ηρωίδα δεν μπορεί πια να κρυφτεί από τον εαυτό της. Η αναγκαστική ακινησία την φέρνει αντιμέτωπη με όλα τα ερωτήματα που απέφευγε για καιρό. Αντιλαμβάνεται τελικά πως ο πραγματικός εγκλωβισμός της δε σχετίζεται με τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της, αλλά με εκείνα τα όρια στα οποία η ίδια έχει περιορίσει τη ζωή της.
Η ηρωίδα αρχίζει να γράφει ημερολόγιο και μέσα από τις σελίδες του βλέπουμε σταδιακά να διαλύονται σχέσεις, βεβαιότητες και ταυτότητες. Μπορεί τελικά η γραφή να γίνει ένας τρόπος να αποκαλύψουμε στον εαυτό μας μια αλήθεια που αποφεύγαμε;
Η γραφή έχει έναν τρόπο να μας φέρνει αντιμέτωπους με όσα δεν θέλουμε ή δεν αντέχουμε να δούμε καθαρά. Μπροστά στο λευκό χαρτί ένα αόριστο συναίσθημα γίνεται σκέψη και, όταν μπαίνει σε λέξεις, αποκτά μορφή. Αυτό που επιμελώς αποφεύγαμε να κοιτάξουμε, ξαφνικά βρίσκεται μπροστά μας. Αυτό συμβαίνει και στην νουβέλα. Η ηρωίδα αρχίζει να γράφει σχεδόν από πλήξη, για να γεμίσει τον χρόνο του εγκλεισμού. Στην πορεία όμως η γραφή παύει να είναι τρόπος να περάσει η ώρα και γίνεται τρόπος να καταλάβει τι της συμβαίνει. Το ημερολόγιο λειτουργεί σαν ένας καθρέφτης που δεν χαρίζεται. Της επιστρέφει όχι μόνο αυτό που γνωρίζει για τον εαυτό της, αλλά κυρίως εκείνο που εξαρχής αρνιόταν να διακρίνει.
Η «μύγα οικιακή» είναι ένα πλάσμα που βρίσκεται διαρκώς μέσα στον χώρο, παρατηρεί, ενοχλεί, επιμένει και δύσκολα εξοντώνεται. Γιατί επιλέξατε ακριβώς αυτή την εικόνα για τίτλο; Τι συμβολίζει για την ηρωίδα;
Η μύγα οικιακή είναι ένα μικρό, επίμονο πλάσμα που εισβάλλει στον χώρο μας χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. Κινείται στις γωνίες, χάνεται από το βλέμμα και ξαφνικά επιστρέφει. Χτυπά στα τζάμια, απομακρύνεται και ξαναγυρίζει, σαν να μην εγκαταλείπει ποτέ πραγματικά τον χώρο. Είναι δίπλα μας στην καθημερινότητά μας, παρατηρεί και παρατηρείται, επιβιώνει χωρίς να έχει φωνή. Με ενδιέφερε αυτή η επίμονη παρουσία. Κάπως έτσι έγινε βασική εικόνα και ο τίτλος του βιβλίου μου. Το τι σημαίνει τελικά για την ηρωίδα, το αφήνω στον αναγνώστη. Εξάλλου, ο καθένας μας κουβαλά με τον δικό του τρόπο, τη δική του μύγα.
Η ηρωίδα είναι μια γυναίκα που έχει μάθει να αντέχει, να προσαρμόζεται και να αποδέχεται πολλά. Υπάρχει όμως μια στιγμή που μοιάζει να αντιλαμβάνεται ότι η αποδοχή των πάντων έχει γίνει ένας τρόπος να προδίδει η ίδια τον εαυτό της. Πότε τελειώνει η αντοχή και πότε αρχίζει η αυτοακύρωση;
Η αντοχή είναι αρετή όσο προστατεύει κάτι που αξίζει. Από τη στιγμή όμως που παύει να είναι επιλογή και γίνεται συνήθεια μπορεί να μετατραπεί σε έναν αθόρυβο τρόπο να χάνουμε τον εαυτό μας. Ίσως τελικά η αυτοακύρωση να αρχίζει ακριβώς εκεί όπου στο όνομα της διατήρησης μίας επίπλαστης ισορροπίας, αρχίζουμε να κάνουμε εκπτώσεις στον σεβασμό που οφείλουμε σε εμάς. Το κρίσιμο λοιπόν ερώτημα δεν είναι πόσο αντέχουμε, αλλά τι ακριβώς θυσιάζουμε για να συνεχίσουμε να αντέχουμε.
Η προδοσία του άντρα της είναι η αφορμή για να αλλάξει η ζωή της, όμως διαβάζοντας την ιστορία αισθάνεται κανείς ότι η πραγματική ρήξη είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Ήταν τελικά η προδοσία η αιτία της φυγής ή η τελευταία σταγόνα μιας ζωής που είχε ήδη πάψει να της ανήκει;
Η προδοσία και η ασθένεια δεν είναι αιτίες της ρήξης. Είναι ωστόσο οι καταλύτες που κάνουν τη ρήξη ορατή. Έρχονται να ταράξουν μια ζωή που ήδη βιωνόταν ως ξένη. Στην ουσία η προδοσία αναγκάζει την ηρωίδα να δει καθαρά όσα απέφευγε για χρόνια. Και εξαιτίας της καταλαβαίνει κάτι πιο δύσκολο. Δεν την έχει προδώσει μόνο ο άλλος. Έχει προδώσει και η ίδια τον εαυτό της μένοντας για χρόνια σε μια ζωή που δεν αναγνωρίζει για δική της. Η επιθυμία της να φύγει δεν είναι λοιπόν μια αντανακλαστική αντίδραση στην προδοσία. Είναι κυρίως μια καθυστερημένη προσπάθεια επιστροφής στον εαυτό της.
Υπάρχει στο βιβλίο μια πολύ ενδιαφέρουσα αντίθεση ανάμεσα στην «οικιακή» γυναίκα και στην ελεύθερη γυναίκα. Η ηρωίδα είναι εγκλωβισμένη στο σπίτι, αλλά ταυτόχρονα εκεί, μέσα στον εγκλεισμό της, αρχίζει να διεκδικεί την ελευθερία της. Θέλατε να αντιστρέψετε αυτή την εικόνα;
Ναι, με ενδιέφερε αυτή η αντίφαση. Το σπίτι, ένας χώρος οικείος, έχει μετατραπεί για την ηρωίδα σε έναν βαθιά ανοίκειο τόπο που έχει πάψει προ πολλού να της προσφέρει ασφάλεια και θαλπωρή. Στην ιστορία μου όμως ο εγκλεισμός λειτουργεί και αντίστροφα. Η ηρωίδα περιορίζεται μέσα στο σπίτι, αλλά ακριβώς εκεί αρχίζει σταδιακά να απελευθερώνεται. Σαν να χρειάζεται να σωπάσει για λίγο ο κόσμος έξω για να μπορέσει να ακούσει καθαρά τη δική της φωνή.
Οι σχέσεις που καταγράφονται στο ημερολόγιο μοιάζουν να αποδομούνται μία προς μία. Γιατί ήταν σημαντικό για εσάς να μη μείνει η ιστορία μόνο στη συζυγική σχέση, αλλά να επεκταθεί και στις σχέσεις με τους γονείς, τους φίλους και τελικά με τον ίδιο της τον εαυτό;
Ο εαυτός μας διαμορφώνεται μέσα από πολλούς ρόλους και τις προσδοκίες που τους συνοδεύουν. Έτσι, όταν η ηρωίδα αρχίζει να αμφισβητεί τον ρόλο της ως σύζυγος, δεν κλονίζεται μόνο ο γάμος της. Επανεξετάζονται και οι υπόλοιπες ταυτότητες της. Το κομμάτι που πέφτει παρασύρει και τα υπόλοιπα. Όσο προχωρά αυτή η διαδικασία, καταρρέει ολόκληρη η εικόνα που είχε χτίσει για τη ζωή της και για τον εαυτό της και αποκαλύπτεται πόσο εύθραυστα ήταν τελικά όλα όσα θεωρούσε ακλόνητα. Και τότε μένει μπροστά στο πιο δύσκολο ερώτημα. Ποια είναι η ίδια όταν αφαιρέσει όλα όσα μέχρι τώρα είχε επιτρέψει να την ορίζουν;
Σε αρκετά σημεία αισθανόμαστε ότι η ηρωίδα προσπαθεί να καταλάβει ποια ήταν πραγματικά μέσα στις σχέσεις της. Πόσο δύσκολο είναι να ανακαλύψει ένας άνθρωπος την ταυτότητά του όταν έχει περάσει χρόνια ορίζοντας τον εαυτό του μέσα από τους ρόλους που του έχουν δοθεί;
Οι ρόλοι προσφέρουν ασφάλεια. Σου λένε ποιος πρέπει να είσαι, τι περιμένουν οι άλλοι από σένα και, όσο τους υπηρετείς, δεν χρειάζεται να κάνεις στον εαυτό σου πολλές δύσκολες ερωτήσεις. Όταν τους αφαιρείς έναν έναν και μένεις γυμνός απέναντι στον εαυτό σου, δημιουργείται ένα κενό αλλά και η δυνατότητα να αρχίσεις να ορίζεις εσύ τι είδους άνθρωπος θέλεις πραγματικά να είσαι. Ίσως αυτή να είναι και η πιο τρομακτική αλλά ταυτόχρονα η πιο απελευθερωτική διαδρομή της ηρωίδας.
Η ηρωίδα επιλέγει να φύγει. Όμως η φυγή της δεν μοιάζει με μια απλή απόδραση από έναν άντρα ή από ένα σπίτι. Είναι περισσότερο μια φυγή από την παλιά εκδοχή του εαυτού της;
Απολύτως. Η ουσιαστική φυγή της ηρωίδας δεν αφορά την απομάκρυνσή της από ένα σπίτι ή από έναν άνθρωπο. Αφορά την απομάκρυνσή της από έναν τρόπο ζωής και από την εκδοχή του εαυτού της που είχε μάθει να σιωπά, να ανέχεται και να συμβιβάζεται. Θα μπορούσε να αλλάξει σπίτι, πόλη ή άνθρωπο, αλλά τον ίδιο εαυτό θα κουβαλούσε στις αποσκευές της. Η πραγματική αλλαγή γι’ αυτήν αρχίζει όταν αμφισβητεί αυτό που μέχρι τότε θεωρούσε αυτονόητο και αναλαμβάνει την ευθύνη να ορίσει ξανά τη ζωή της. Η σωματική απομάκρυνση, είτε τελικά συμβεί είτε όχι, είναι λιγότερο σημαντική από την εσωτερική αλλαγή που έχει ήδη συντελεστεί.
Στο βιβλίο υπάρχει έντονα η αίσθηση της παρατήρησης: η ηρωίδα παρατηρεί τους άλλους, τις σχέσεις της, το σπίτι, αλλά τελικά παρατηρεί και τον εαυτό της. Πόσο απαραίτητο είναι, άραγε, να σταματήσουμε κάποια στιγμή να ζούμε και να αρχίσουμε απλώς να κοιτάμε τη ζωή μας από απόσταση;
Ίσως είναι απαραίτητο κάποιες φορές. Όταν είμαστε μέσα στη ζωή μας όλα μοιάζουν επείγοντα και σημαντικά. Η απόσταση αλλάζει την κλίμακα. Μας επιτρέπει να δούμε τι είναι πραγματικά δικό μας και τι απλώς κουβαλάμε επειδή το συνηθίσαμε. Όταν συναντάμε την ηρωίδα της νουβέλας τη βρίσκουμε να κάνει ακριβώς αυτό. Σταματά για λίγο να συμμετέχει στη ζωή της και αρχίζει να την παρατηρεί. Και μερικές φορές η παρατήρηση είναι η πρώτη πράξη ελευθερίας.
Η καραντίνα υπήρξε για όλους μια περίοδος αναγκαστικής επιστροφής στο σπίτι. Εσείς όμως τη μετατρέπετε σε μια περίοδο εσωτερικής αποσύνδεσης και επαναπροσδιορισμού. Υπήρχε από την αρχή η πρόθεση να χρησιμοποιηθεί η πανδημία ως καθρέφτης των προσωπικών εγκλωβισμών μας;
Όχι με την έννοια ενός συνειδητού σχεδίου. Αυτό που εξαρχής με ενδιέφερε ήταν ο εγκλεισμός ως ανθρώπινη συνθήκη και όσα αποκαλύπτονται όταν σταματήσει ο θόρυβος της καθημερινότητας. Η πανδημία υπήρξε μία τέτοια μορφή εγκλεισμού. Με τον ίδιο τρόπο στη νουβέλα, η καραντίνα που επιβάλλεται για ιατρικούς λόγους δημιουργεί τις συνθήκες ώστε η ηρωίδα να κοιτάξει όσα μέχρι τότε μπορούσε να αποφεύγει. Ο εξωτερικός εγκλεισμός γίνεται έτσι αφορμή για να αναδειχθεί τελικά ένας βαθύτερος και πιο προσωπικός εγκλεισμός.
Η ηρωίδα δεν κάνει μια εύκολη «επανάσταση». Αντίθετα, η αλλαγή της είναι αργή, επώδυνη και γεμάτη αμφιβολίες. Γιατί επιλέξατε να παρουσιάσετε την αυτογνωσία ως μια δύσκολη και όχι ως μια λυτρωτική διαδικασία;
Την αυτογνωσία δεν την αντιλαμβάνομαι ως ρομαντική φώτιση ή στιγμιαία αποκάλυψη. Συχνά πονάει γιατί μας αναγκάζει να δούμε χωρίς δικαιολογίες όσα συστηματικά αποφεύγουμε. Η αλλαγή της ηρωίδας της νουβέλας είναι αργή και γεμάτη αμφιβολίες γιατί προϋποθέτει να αμφισβητήσει όσα θεωρούσε δεδομένα και να αποχωριστεί βολικές αυταπάτες. Η λύτρωση, αν υπάρχει, βρίσκεται στο τέλος αυτής της διαδρομής. Για να φτάσεις όμως κανείς εκεί πρέπει πρώτα να γκρεμίσει τις σταθερές του.
Υπάρχει μια πολύ δυνατή ιδέα στο βιβλίο: ότι ένας άνθρωπος μπορεί να αντέξει σχεδόν τα πάντα, εκτός από την αλήθεια. Τι είναι τελικά πιο δύσκολο για την ηρωίδα: να αντιμετωπίσει την αλήθεια των άλλων ή τη δική της;
Την αλήθεια των άλλων μπορούμε εύκολα κάποια στιγμή να την αμφισβητήσουμε ή να την απορρίψουμε. Μπορούμε να θυμώσουμε με αυτήν, μπορούμε ακόμα και να απομακρυνθούμε από αυτούς που την εκφέρουν. Με τη δική μας όμως αλήθεια πρέπει να βρούμε τρόπο να ζήσουμε. Η αναγνώριση της συνενοχής μας στη διαμόρφωση μιας ζωής που δε μας χωράει, είναι η πιο επώδυνη συνειδητοποίηση. Η ηρωίδα δεν ανακαλύπτει λοιπόν μόνο τι της έκαναν οι άλλοι. Ανακαλύπτει όσα έκανε η ίδια στον εαυτό της για να μπορέσει να μείνει μαζί τους.
Το ημερολόγιο της ηρωίδας δεν είναι ακριβώς εξομολόγηση. Είναι περισσότερο μια καταγραφή της φθοράς. Τι μπορεί να μας αποκαλύψει ένας άνθρωπος όταν γράφει χωρίς να περιμένει ότι κάποιος θα διαβάσει ποτέ όσα γράφει;
Ίσως αποκαλύπτει το πιο αληθινό του πρόσωπο. Όταν δεν υπάρχει αναγνώστης, δεν νιώθει την ανάγκη αυτός που γράφει να είναι συμπαθής, έξυπνος, συνεπής ή ακόμη και δίκαιος. Μπορεί να πει κάτι άσχημο, παράλογο ή αντιφατικό. Μπορεί να αφήσει να φανούν σκέψεις και επιθυμίες που, μπροστά στους άλλους, θα έμεναν ανείπωτες. Η γραφή γίνεται έτσι ένας χώρος στον οποίο χαλαρώνουν οι άμυνες και μπορεί κανείς να κοιτάξεις χωρίς ωραιοποιήσεις τη δική του γυμνή σκιά. Γι’ αυτό και το ημερολόγιο της ηρωίδας δεν το αντιλαμβάνομαι ως μια ήρεμη εξομολόγηση που υπακούει σε αφηγηματικές «κανονικότητες». Είναι περισσότερο ένας προσωπικός, συχνά άναρχος χώρος, όπου η ίδια αρχίζει σταδιακά να χάνει τον έλεγχο της εικόνας που είχε για τον εαυτό της. Καθώς αυτή η εικόνα φθείρεται, εμφανίζονται οι αντιφάσεις, οι αδυναμίες, οι φόβοι και οι επιθυμίες της. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, σχεδόν χωρίς να το επιδιώκει, αρχίζει τελικά να ακούγεται κάτι πιο ουσιαστικό. Μια φωνή που δεν προσπαθεί πλέον να είναι αρεστή και σωστή. Η δική της φωνή.
Η ηρωίδα βρίσκεται για είκοσι μία ημέρες σε έναν περιορισμένο χώρο, αλλά στην πραγματικότητα μοιάζει να ταξιδεύει πολύ βαθύτερα από όσο θα μπορούσε να ταξιδέψει έξω από αυτόν. Μπορεί τελικά ένας εγκλεισμός να γίνει προϋπόθεση ελευθερίας;
Όσο αντιφατικό κι αν ίσως ακούγεται, ένας εγκλεισμός μπορεί να δημιουργήσει τον χώρο για εσωτερική ελευθερία. Η ηρωίδα βρίσκεται για είκοσι μία ημέρες σε έναν περιορισμένο χώρο, αλλά ακριβώς επειδή δεν μπορεί να κινηθεί προς τα έξω αρχίζει να κινείται προς τα μέσα. Μέσα στο διάστημα των τριών εβδομάδων διανύει πολύ μεγαλύτερη απόσταση από εκείνη που θα μπορούσε να διανύσει έξω από το σπίτι. Όχι προς έναν άλλο χώρο, αλλά προς μια πιο καθαρή εικόνα του εαυτού της. Ο εγκλεισμός λοιπόν δεν οδηγεί αυτομάτως στην ελευθερία. Μπορεί όμως να γίνει η αφορμή να αρχίσει κανείς να αναζητά τι σημαίνει να είναι πραγματικά ελεύθερος.
Θα θέλατε ο αναγνώστης να αισθανθεί συμπάθεια για την ηρωίδα ή περισσότερο να αναγνωρίσει μέσα της κομμάτια του δικού του εαυτού;
Θα προτιμούσα την αναγνώριση από τη συμπάθεια. Η συμπάθεια προϋποθέτει μια απόσταση ασφαλείας από τον χαρακτήρα. «Εκείνη είναι έτσι, εγώ δεν είμαι». Η αναγνώριση αντίθετα δημιουργεί μια γέφυρα. Όταν ο αναγνώστης αναγνωρίζει κάτι δικό του στον ήρωα ενός βιβλίου, παύει να παρατηρεί απλώς και μέσα από αυτόν αρχίζει να κοιτάζει τον εαυτό του. Και ίσως τότε η ιστορία γίνεται πιο πολύ δική του.
Η «Μύγα οικιακή» μιλά για την αντοχή, την προδοσία, την απομόνωση και τη φυγή, αλλά στον πυρήνα της μοιάζει να μιλά για την ανάγκη ενός ανθρώπου να πάψει να ζει μια ζωή που δεν τον εκφράζει. Αν έπρεπε να κρατήσετε μία μόνο φράση ως πυρήνα του βιβλίου, ποια θα ήταν;
Θέλω να βουλιάξω μέσα στην αγάπη.
Και τελικά, μετά από όλα όσα περνά η ηρωίδα, τι σημαίνει για εσάς προσωπικά «ελευθερία»; Να μπορείς να φύγεις ή να μπορείς, για πρώτη φορά, να μείνεις κάπου χωρίς να χάνεις τον εαυτό σου;
Νομίζω ότι η πραγματική ελευθερία είναι να μπορείς να μένεις κάπου χωρίς να φοβάσαι ότι θα χαθείς και να μπορείς να φεύγεις χωρίς να φοβάσαι ότι θα μείνεις μόνος. Ελευθερία είναι να μπορείς να στέκεσαι οπουδήποτε – είτε μένοντας είτε φεύγοντας – χωρίς να χρειάζεται να ακυρώσεις ούτε ένα κομμάτι της αλήθειας σου για να είσαι αποδεκτός. Δεν είναι τελικά η φυγή αυτή καθ’ αυτή που κάνει κάποιον ελεύθερο άνθρωπο. Είναι το να είναι παρών όταν επιλέγει.

