Δρ. Άνδρη Χριστοφίδου-Αντωνιάδου: «Γράφω ποίηση γιατί ο στίχος μού ανασκαλεύει την ευαισθησία»
Η ποίηση γίνεται μνήμη, η μνήμη μαρτυρία και η γραφή ένας τρόπος να φωτιστούν τόσο οι πληγές της Ιστορίας όσο και οι αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης. Η Δρ. Άνδρη Χριστοφίδου-Αντωνιάδου, μέσα από την ποιητική συλλογή της «Φεγγαρόσκονη», χαράζει μια διαδρομή από τη γεωλογική γέννηση της Κύπρου και το τραύμα της εισβολής του 1974 έως τις μικρές και μεγάλες αδικίες της καθημερινότητας. Με αφετηρία την πατρίδα, τις μνήμες που περνούν από γενιά σε γενιά και την ανάγκη για ηθική εγρήγορση, η συγγραφέας αναδεικνύει τη δύναμη της ποίησης να διατηρεί ζωντανά όσα ο χρόνος δεν μπορεί να δικαιώσει ή να σβήσει. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλά στη Βασιλική Ευαγγέλου για την Κύπρο που εξακολουθεί να αναπνέει παρά τις πληγές της, για το συλλογικό τραύμα, την ανθρώπινη υποκρισία και την ευαισθησία που τροφοδοτεί τη δημιουργία της. Και, στο τέλος, αφήνει χώρο για μια ευχή: η φεγγαρόσκονη να καλύψει τις ασχήμιες της ζωής και να φέρει ένα καλύτερο αύριο.
Επιμέλεια συνέντευξης: Βασιλική Ευαγγέλου-Παπαθανασίου
Στο ποίημά σας «ΚΥΠΡΟΣ ΤΟΥ ΗΦΑΙΣΤΕΙΟΥ» κάνετε μια εντυπωσιακή αναδρομή στη γεωλογική ανάδυση του νησιού από τη λάβα και τον βυθό της θάλασσας. Πώς προέκυψε αυτή η ιδέα, να συνδέσετε τη γεωλογική δημιουργία της Κύπρου με την ιστορική της πορεία;
Η οροσειρά του Τροόδους, η μεγαλύτερη της Κύπρου, είναι η απόδειξη ότι η Κύπρος αναδύθηκε από τη θάλασσα μετά από ηφαιστειακή έκρηξη αφού είναι γεμάτη από μοναδικά ηφαιστειακά πετρώματα που είναι αντικείμενα διεθνούς επιστημονικής έρευνας. Όταν γράφω για την πατρίδα μου, τακτικά αναφέρομαι στην πολυκύμαντη ιστορία της, πολλοί οι κατακτητές της Κύπρου, ποτάμια το αίμα που χύθηκε ανά τους αιώνες αλλά η Κύπρος υπάρχει ακόμα έτσι όπως ένα ηφαίστειο βρυχάται και ρίχνει λάβα, έτσι και η Κύπρος συνεχίζει να αναπνέει μετά από πολέμους και κατακτητές.
Γράφετε χαρακτηριστικά ότι η θάλασσα έγινε κόκκινη, «σαν να προάγγελε το αίμα που η νέα γη θα δεχόταν στα χρόνια που θα ακολουθούσαν». Πιστεύετε ότι η μοίρα της Κύπρου να είναι «ματωμένη» και να διεκδικείται από κατακτητές ήταν κατά κάποιον τρόπο γραμμένη στο DNA της από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής της;
Αν στο DNA της Κύπρου γράφει ότι βρίσκεται στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων και για λόγους στρατηγικούς είναι πολύτιμη, τότε ναι! Διαφορετικά κανένας δεν θα μας έδινε σημασία, είμαστε συγκριτικά μικρή χώρα. Τα γεωπολιτικά συμφέροντα ήταν και είναι αυτά που έφεραν αιματοχυσίες σε μια χώρα που οι άνθρωποι της είναι στην πλειονότητά τους φιλήσυχοι.
Χρησιμοποιείτε τη μεταφορά των βουνών που «έδιωξαν την τέφρα από την ηφαιστειακή έκρηξη» ως σύμβολο για τον τρόπο που ο τόπος αποτινάσσει τους εισβολείς. Ποια είναι αυτή η εσωτερική δύναμη του κυπριακού ελληνισμού που, παρά τις αλλεπάλληλες καταστροφές, καταφέρνει πάντα να αναγεννάτε από τις στάχτες του;
Η αγάπη της πατρίδας, το πείσμα της επιβίωσης, οι στενές οικογενειακές σχέσεις, η εργατικότητα που χαρακτηρίζει τους Κύπριους ως λαό. Ένα οικονομικό θαύμα κατάφερε η Κύπρος μετά την εισβολή του 1974 που οφείλεται σε όλα αυτά.
Στο κείμενό σας για τα 50 χρόνια από το 1974, ξεκινάτε με τον ήχο της σειρήνας στις οκτώ και είκοσι το πρωί. Γιατί επιλέξατε να δώσετε τόση έμφαση σε αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή και στον ήχο, ακόμα και μισό αιώνα μετά; Πώς βιώσατε εσείς προσωπικά αυτή τη «μαύρη» επέτειο του Ιουλίου του 2024;
Ο ήχος της σειρήνας μου διαπερνά την καρδιά σαν σπαθί. Την έχω ακούσει πολλές φορές από παιδί, όταν έγιναν οι πρώτες «φασαρίες», όπως λέμε, το 1963. Δεν έζησα το πραξικόπημα και την εισβολή του 1974, ήμουν φοιτήτρια τότε και ήμουν στο Πανεπιστήμιο στην Ισπανία. Κάθε χρόνο «ζούμε» όλοι εικονικά αυτές τις μέρες. Το συγκεκριμένο ποίημα το έγραψα, στις 15 Ιουλίου 2024, 50 χρόνια μετά το μεγάλο κακό που κανένας Κύπριος δεν πρέπει να ξεχάσει για να μην επαναληφθεί. Η συγκεκριμένη επέτειος ήταν ακόμα πιο τραγική γιατί όλοι συνειδητοποιούσαμε ότι μισός αιώνας πέρασε με την πατρίδα μας σκλαβωμένη.
Γράφετε για τις «καινούργιες λέξεις» που εισχώρησαν στις ψυχές (πρόσφυγες, αιχμάλωτοι, αγνοούμενοι, κατεχόμενα). Πώς διαμόρφωσαν αυτές οι λέξεις την ταυτότητα της δικής σας γενιάς αλλά και των επόμενων;
Κατάγομαι από τη Λεμεσό, δεν είμαι εκτοπισμένη. Έχω όμως φίλους που είναι πρόσφυγες και το πατρικό τους σπίτι είναι στα κατεχόμενα, είχα συμφοιτητές που πιάστηκαν αιχμάλωτοι το 1974. Όλες αυτές οι λέξεις έγιναν μια σφραγίδα που σημάδεψε την ψυχή μας. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι που έχασαν τη γενέτειρά τους, δεν το ξεπέρασαν ποτέ. Εγώ συνειδητοποίησα την έννοια αυτών των λέξεων όταν μπόρεσα να ταξιδέψω πίσω στην Κύπρο για λίγες μέρες τον Αύγουστο του 1975.
Αναφέρεστε στα παιδιά «που δεν ζούσαν τότε», αλλά κουβαλούν το ίδιο βάρος. Πιστεύετε ότι το συλλογικό τραύμα της Κύπρου μεταφέρεται βιωματικά στις επόμενες γενιές, ακόμη κι αν δεν έχουν ζήσει τα γεγονότα;
Ακόμα ναι, μεταφέρεται βιωματικά. Στα Δημοτικά σχολεία του κράτους τα τετράδια που δίνονται στα παιδιά φέρουν εικόνες από τα κατεχόμενα με τη φράση «Δεν Ξεχνώ». Ακόμα ζουν παππούδες και γιαγιάδες αλλά και γονείς που μπορούν να διηγηθούν από πρώτο χέρι τις μαύρες μέρες της εισβολής και την ζωή στα αντίσκηνα αλλά και τη ζωή πριν το 1974 στο βόρειο μέρος της Κύπρου.
Η φράση «δεν μπορώ να κοιτάζω βόρεια» (από την αγγλική μετάφραση του κειμένου σας) είναι εξαιρετικά φορτισμένη. Τι συναισθήματα σας γεννά αυτή η καθημερινή, οπτική υπενθύμιση της κατοχής; Μόνο όποιος γεννήθηκε σε αυτόν τον τόπο μπορεί να νιώσει «στ’ αλήθεια τον πόνο»;
Θα πρέπει πρώτα να σας αναφέρω ότι όλα τα ποιήματα της συλλογής γράφτηκαν στα ελληνικά, και στα αγγλικά είναι η μετάφρασή τους. Όταν ταξιδεύω από τη Λεμεσό προς τη Λευκωσία, λίγα χιλιόμετρα πριν φτάσω στην πρωτεύουσα αρχίζει να φαίνεται η οροσειρά του Πενταδακτύλου λαβωμένη από μια τεράστια τουρκοκυπριακή σημαία, ορατή από πολύ μακριά. Πως μπορώ να κοιτάξω βόρεια και να μην ανατριχιάσω; Όταν τα καλοκαίρια πηγαίνω στο χωριό Πωμός στην Πάφο για κολύμπι, μπορώ να δω τα κατεχόμενα παράλια της Κύπρου με γυμνό μάτι. Πως μπορώ να μην αναρωτηθώ πως μπορεί να είναι αφού δεν πρόλαβα ποτέ να τα δω από κοντά; Ο στίχος μου που αναφέρετε «Μόνο εμείς που γεννηθήκαμε σ’ αυτόν τον τόπο/ μπορούμε να νιώσουμε στ’ αλήθεια τον πόνο/», είναι ακριβώς αυτό που νιώθω. Πολλές διαπραγματεύσεις για πολλά χρόνια, πολλές εκδηλώσεις σε διάφορες χώρες αλλά να μην μπορείς να γνωρίσεις «/τα μέρη που χάθηκαν/που άλλαξαν ταυτότητα και όνομα/» μέσα στην ίδια σου την πατρίδα; Δεν είναι απάνθρωπο;
Στο ποίημα «ΑΔΙΚΙΑ» περνάτε από τις πληγές της ιστορίας στις πληγές της κοινωνίας μας. Το κείμενο αυτό φωτογραφίζει μια πολύ συγκεκριμένη συμπεριφορά και μοιάζει να πηγάζει από μια έντονη συναισθηματική φόρτιση. Βασίζεται σε κάποιο πραγματικό περιστατικό που υποπέσει στην αντίληψή σας;
Ακριβώς, το ποίημα αντικατοπτρίζει ένα συγκεκριμένο περιστατικό που πολύ με ενόχλησε. Μια νεαρή εγκυμονούσα γυναίκα που η επαγγελματική της συμπεριφορά απέναντι σε έναν άλλο εργαζόμενο ήταν απαράδεκτα σκληρή και άδικη, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψιν ότι ή ίδια υστερούσε πολύ στα επαγγελματικά της καθήκοντα.
Αντιπαραβάλλετε με πολύ σκληρό τρόπο το θαύμα της μητρότητας («μιας νεαρής γυναίκας που σε λίγο πρόκειται να δώσει ζωή») με την έλλειψη συνείδησης και την αδικία εις βάρος ενός μεροκαματιάρη. Γιατί επιλέξατε αυτή τη συγκεκριμένη αντίθεση;
Η μητρότητα είναι ένα θείο δώρο, είναι ιερή. Μια γυναίκα που γίνεται μάνα οφείλει να διδάξει στο παιδί της το δίκιο και όχι το άδικο όπως και πολλά άλλα πράγματα. Δεν γίνεται μια εγκυμονούσα να δείχνει κακία και να είναι άδικη προς έναν συνάνθρωπό της, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν την έβλαψε αλλά η δική του εργατικότητα και συνέπεια έβγαζαν στην επιφάνεια τις δικές της επαγγελματικές ελλείψεις.
Μιλάτε για ανθρώπους που «προσποιούνται ότι κάνουν κοινωνικό έργο, ενώ τους λείπει η συνείδηση». Πιστεύετε ότι στις μέρες μας η κοινωνική προσφορά και η φιλανθρωπία χρησιμοποιούνται συχνά ως προπέτασμα καπνού για την προσωπική προβολή;
Δυστυχώς χρησιμοποιούνται, ναι. Δεν βλέπετε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τι γίνεται; Ένα κόκκο σιτάρι κάποιος να δώσει, το γράφει για να του πουν οι άλλοι «εύγε». Ευτυχώς όμως που υπάρχουν και κάποιοι άνθρωποι που προσφέρουν με ανιδιοτέλεια.
Κλείνετε το κείμενο με τη δυνατή φράση: «Αυτό συμβαίνει –δυστυχώς– όταν δίνεις δύναμη σε μικρούς ανθρώπους». Ποιους ορίζετε εσείς ως «μικρούς ανθρώπους» και πώς μπορεί μια κοινωνία να προστατεύσει τους ευάλωτους από την αυθαιρεσία τους;
Ευάλωτος μπορεί να είναι και ο ευσυνείδητος, ο αισθηματίας, ο ιδεαλιστής, ο σωστός άνθρωπος που κοιτάζει την οικογένεια και τη δουλειά του. Χρειάζεται εσωτερική δύναμη για να αντέξει ένας τέτοιος άνθρωπος, η κοινωνία είναι σκληρή, δεν προστατεύει. Όσο για τους «μικρούς ανθρώπους» για μένα είναι οι υποκριτές, οι ανίκανοι και οι τεμπέληδες που τους αρέσει να προβάλλονται εις βάρος άλλων και δυστυχώς υπάρχουν σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας.
Παρατηρώντας τα κείμενά σας, βλέπουμε μια διαδρομή από τη γεωλογική γέννηση («Κύπρος του Ηφαιστείου»), στο διαρκές τραύμα («Σήμερα ήχησαν και πάλι…») και από εκεί στην κοινωνική ηθική του σήμερα («Αδικία»). Πώς συνδέονται αυτά τα τρία επίπεδα (Ιστορία, Μνήμη, Κοινωνία) στον ευρύτερο κορμό του βιβλίου σας;
Τα δυο πρώτα ποιήματα ανήκουν στη δεύτερη ενότητα «Της Κύπρου» ενώ το τρίτο στην τρίτη ενότητα «Των Ανθρώπων». Υπάρχει και η πρώτη ενότητα «Των Ονείρων» πιο σουρεαλιστική, πιο ονειροπόλα. Χώρισα τα ποιήματα σε τρεις ενότητες σύμφωνα με το περιεχόμενό τους. Αφού όλα γράφτηκαν από τον ίδιο άνθρωπο, δεν μπορούν να μην συνδέονται έστω και αν η θεματολογία τους διαφέρει όπως και ο χρόνος και ο τόπος σύλληψής τους.
Το έργο σας παρουσιάζεται σε δίγλωσση μορφή (παράλληλα στα ελληνικά και στα αγγλικά). Πόσο σημαντικό είναι για εσάς να ακουστεί η φωνή και το βίωμα της Κύπρου εκτός των γεωγραφικών της συνόρων; Πώς ανταποκρίνεται το ξένο αναγνωστικό κοινό;
Η μετάφραση ανοίγει ορίζοντες, επιτρέπει σε αγγλόφωνους αναγνώστες να διαβάσουν τη δουλειά μου και να γνωρίσουν τόσο την Κύπρο όσο και τον τρόπο σκέψης μιας Κύπριας δημιουργού. Νιώθω καλύτερα την ανταπόκριση του κοινού όταν δίνω διάλεξη σε μια ξένη χώρα στη δική της γλώσσα. Μου έχει τύχει επίσης να έχω μια θετικότατη ανταπόκριση από ισπανόφωνο κοινό στη Γρανάδα, στη Σεβίλλη και στη Μάλαγα όπου παρουσιάστηκε η ποιητική μου συλλογή «Búsqueda» (Αναζήτηση) που είναι μεταφρασμένη στα ισπανικά και εκδόθηκε στη Σεβίλλη το 2024. Όλες μου οι ποιητικές συλλογές είναι δίγλωσσες στα ελληνικά-αγγλικά, καθώς και το δοκίμιο μου «Η Κύπρος στο έργο του Θερβάντες» στα ελληνικά-ισπανικά. Διευκρινίζω ότι η πρωτότυπη γλώσσα είναι πάντα η ελληνική. Σε λίγες εβδομάδες θα κυκλοφορήσει στο Παρίσι στα γαλλικά η ποιητική μου συλλογή «L’ écume des vagues» (O αφρός των κυμάτων).
Τι ελπίζετε να αποκομίσει ένας αναγνώστης διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, ειδικά σε μια εποχή που ο χρόνος απειλεί να ξεθωριάσει τις μνήμες; Ποιο είναι το δικό σας μήνυμα ελπίδας ή διεκδίκησης μέσα από τη συγγραφή;
Διαβάζοντας την Φεγγαρόσκονη, ο αναγνώστης θα ταξιδέψει σε όνειρα που χάνονται, σε όνειρα που γίνονται πραγματικότητα, θα συναντήσει την Κύπρο με την ιστορία της και τα αρχαιολογικά της μνημεία, θα αναγνωρίσει τύπους ανθρώπων. Δεν είναι θέμα διεκδίκησης η συγγραφή. Γράφω ποίηση γιατί ο στίχος μού ανασκαλεύει την ευαισθησία. Γράφω μυθιστόρημα γιατί έχω φαντασία και ενθουσιάζομαι να δημιουργώ την πλοκή. Γράφω δοκίμιο γιατί έχω εντρυφήσει σε ένα συγκεκριμένο θέμα. Ας τελειώσουμε αυτή την συνέντευξη με μια νότα αισιοδοξίας, ελπίζοντας ότι μια φεγγαρόσκονη θα καλύψει τις ασχήμιες της ζωής και θα φέρει ένα καλύτερο αύριο.

