Ηλίας Μπαρλιάς: “Εκεί όπου η τραγωδία συναντά το χαμόγελο”
Τι συμβαίνει όταν οι ήρωες του Άντον Τσέχωφ συναντούν έναν σύγχρονο συγγραφικό κόσμο και η τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης αποκαλύπτει την παράδοξη, συχνά κωμική της όψη; Στον «Κύριο Τσέχωφ», το πρώτο θεατρικό έργο του Η. Μπαρλιά, η ματαιότητα, η ασφυξία της καθημερινότητας και τα ανθρώπινα αδιέξοδα συνομιλούν με την ειρωνεία και το χιούμορ, αναζητώντας μια χαραμάδα αισιοδοξίας ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές. Με αφετηρία το σύμπαν του μεγάλου Ρώσου δραματουργού, ο συγγραφέας δημιουργεί μια «αφόρητα τραγική κωμωδία» που, πέρα από τις λογοτεχνικές της αναφορές, στρέφει το βλέμμα στη σύγχρονη κοινωνία και στον άνθρωπο που αναζητά τη δική του διέξοδο. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο Η. Μπαρλιά μιλά για τη συγγραφική του συνάντηση με τον Τσέχωφ, τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικό, αλλά και τη δύναμη της δημιουργίας να μεταμορφώνει το αρνητικό σε κάτι ουσιαστικό και φωτεινό.
Επιμέλεια συνέντευξης: Βασιλική Ευαγγέλου-Παπαθανασίου
Κύριε Μπαρλιά, τι ήταν αυτό που σας ώθησε να «συναντηθείτε» συγγραφικά με τον Άντον Τσέχωφ στο πρώτο σας θεατρικό έργο;
Η.Μ: Πίστευα πάντα ότι ακόμη και στους πιο στιβαρούς, περίπλοκους, σκοτεινούς, μελαγχολικούς λογοτεχνικούς ήρωες υπάρχει μια πτυχή τους που μπορεί να προκαλέσει, αν όχι το ακατάσχετο γέλιο, τουλάχιστον ένα ελαφρύ μειδίαμα. Ο Τσέχωφ είναι συγκλονιστικός συγγραφέας, στα θεατρικά και τα διηγήματα του, γιατί μέσα από την αίσθηση της ασφυξίας και της ματαιότητας που παρουσιάζουν τα έργα του αφήνει να δραπετεύσει μια χιουμοριστική πτυχή των χαρακτήρων και των καταστάσεων που τους ταλανίζουν. Με αυτό στο μυαλό και χωρίς να το σκεφτώ και πολύ προχώρησα….
Στο βιβλίο οι ήρωές σας έρχονται αντιμέτωποι με εμβληματικούς χαρακτήρες του Τσέχωφ. Πόσο δύσκολο ήταν να διατηρήσετε την ισορροπία ανάμεσα στον δικό σας συγγραφικό κόσμο και τον «ιερό» κόσμο του Ρώσου κλασικού;
Η.Μ: Αναμφισβήτητα πολύ δύσκολο. Η ισορροπία ήταν λεπτή, θα έπρεπε να προσεγγίσω τους χαρακτήρες με προσοχή χωρίς να τους παραμορφώσω. Ο Τσέχωφ όμως αφήνει περιθώρια εναλλακτικών προσεγγίσεων, αυτή άλλωστε είναι και η αξία των κλασικών έργων, είναι ανοιχτά σε πολλαπλές ερμηνείες. Ελπίζω ότι δεν πρόδωσα το συγγραφέα δανειζόμενος τους ήρωές του.
Ο υπότιτλος του έργου είναι «Μια αφόρητα τραγική κωμωδία». Πώς ορίζετε εσείς αυτόν τον συνδυασμό και πώς αντανακλάται στην εποχή μας;
Η.Μ: Το οξύμωρο του υπότιτλου είναι σκόπιμο. Η τραγικότητα των χαρακτήρων (αδιέξοδα, ασφυξία, φτώχεια, υπεροψία) παρουσιάζεται ανάλαφρα όχι με την έννοια της υποβάθμισής της αλλά προσπαθώντας να βρω μια αισιόδοξη οπτική για αυτούς και να τους δώσω τη δυνατότητα να κινηθούν προς την επίτευξη ενός στόχου. Τώρα, αν ζούμε σε μια αφόρητα τραγική κωμωδία σήμερα, θα έλεγα ότι ως ένα βαθμό, αυτό συμβαίνει. Κάποιοι εν γνώσει μας, κάποιοι άλλοι χωρίς να το αντιλαμβάνονται. Όλοι κάποια στιγμή βλέποντας τα τόσα άσχημα γεγονότα να διαδέχονται το ένα το άλλο τόσο σε προσωπικό όσο και κοινωνικό επίπεδο θα έχουμε πει «κάποιος μου κάνει πλάκα!» . Η ουσία είναι να μπορούμε να μετουσιώνουμε το αρνητικό σε πρώτη ύλη για κάτι ευχάριστο και δημιουργικό. Δύσκολο, ναι, αλλά εφικτό.
Οι διάλογοι των ηρώων σας (όπως του Αντρέι και της Ντουνιάσα) κρύβουν έντονο κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό με δόσεις ειρωνείας. Υπάρχουν παραλληλισμοί ανάμεσα στη Ρωσία του 19ου αιώνα και τη σημερινή πραγματικότητα;
Η.Μ: Έχω την αίσθηση ότι ζούμε σε μια μεταβατική εποχή. Ο άνθρωπος έχει αρχίσει να χάνει την υπόσταση και τη μοναδικότητά του υποκύπτοντας σε μόδες και εφήμερες τάσεις στις οποίες έχει αφεθεί. Η επέλαση, μάλιστα, της τεχνητής νοημοσύνης έχει αδρανοποιήσει τον κόσμο, όλους μας. Ίσως χρειάζεται να πιστέψουμε περισσότερο στις δυνατότητες του ανθρώπου για το καλό και να γίνουμε φορείς αλλαγής ξεκινώντας από τον εαυτό μας. Η απόδραση από την ασφυκτική ζωή της επαρχίας που επιδιώκουν οι ήρωες του έργου μπορεί να είναι απόδραση από την κατευθυνόμενη ζωή της εποχής μας.
Ποιος από τους χαρακτήρες του έργου σάς δυσκόλεψε περισσότερο κατά τη διάρκεια της συγγραφής και ποιον «αγαπήσατε» λίγο παραπάνω;
Η.Μ: Συνολικά οι χαρακτήρες με δυσκόλεψαν με την έννοια ότι δε θα ήθελα να γίνουν καρικατούρες. Οι ήρωες των έργων του Τσέχωφ, τους οποίους δανείστηκα, έχουν μια αυτοτελή δυναμική και αναγνωρισιμότητα, αν μου επιτρέπεται η λέξη και έπρεπε να δείξω το δέοντα σεβασμό. Από την άλλη, αγάπησα τη μάνα του έργου γιατί «είδα» σε αυτήν τη διαχρονική αγωνία του κοινωνικού της ρόλου αλλά και τη δύναμη που όλες οι μητέρες διαθέτουν.
Το έργο είναι γραμμένο για το θέατρο. Όταν γράφατε, «βλέπατε» τους ήρωες να κινούνται πάνω στη σκηνή ή λειτουργούσατε περισσότερο με τη λογοτεχνική ροή του κειμένου;
Η.Μ: Καθώς δεν έχω ξαναγράψει θεατρικό κείμενο στοχευμένα δηλαδή με την προοπτική της μεταφοράς του στη σκηνή, προσέγγισα στην αρχή το έργο πιο λογοτεχνικά. Όμως η προσέγγιση αυτή έκανε το έργο λίγο «βαρύ» κι εγώ ήθελα να γράψω με διάθεση χιουμοριστική. Έκοψα σε αρκετά σημεία το κείμενο και βασίστηκα στην ατάκα, στη στιχομυθία που προάγει τη δράση και κάνει το θεατή να παρακολουθεί με ενδιαφέρον, απορία- τι είναι αυτό που βλέπω τώρα;- και τελικά με χαμόγελο. Το αν τα κατάφερα θα το δείξει ο χρόνος.
Πώς προέκυψε η συνεργασία με τις Εκδόσεις Βακχικόν και ποιο ήταν το συναίσθημα όταν είδατε το πρώτο σας θεατρικό έργο τυπωμένο;
Η.Μ: Απευθύνθηκα στις εκδόσεις «Βακχικόν» γιατί είδα ότι στήριζαν τα θεατρικά κείμενα και δεν διαψεύστηκα. Βλέποντας το κείμενο μου να μορφοποιείται σε κάτι που πλέον θα ήταν προσβάσιμο σε κόσμο άγνωστο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αισθάνθηκα μια συστολή αρχικά αλλά σίγουρα μετά ήρθε η χαρά και η ευγνωμοσύνη.
Το εξώφυλλο του Στράτου Προύσαλη αποπνέει μια πολύ ιδιαίτερη, νοσταλγική ατμόσφαιρα. Πόσο κοντά είναι η εικονογράφηση σε αυτό που είχατε στο μυαλό σας για το σκηνικό του έργου;
Η.Μ: Όταν είδα για πρώτη φορά το εξώφυλλο που δημιούργησε ο κύριος Προύσαλης, δε θα πω απλά ότι εντυπωσιάστηκα αλλά και ότι τρόμαξα. Ήταν σαν είχε εισχωρήσει στο μυαλό μου και να είχε αποκωδικοποιήσει τη θολή εικόνα που είχα για αυτή τη γυναίκα μετατρέποντας τη σε κάτι απτό. Ίσως ούτε εγώ ήξερα ότι το εξώφυλλο ήθελα να είναι έτσι.
Υπάρχουν σχέδια ή συζητήσεις ώστε να δούμε τον «Κύριο Τσέχωφ» να παίρνεται σάρκα και οστά σε κάποια θεατρική σκηνή σύντομα;
Η.Μ: Εννοείται ότι θα ήθελα πάρα πολύ αλλά είναι πολύ νωρίς ακόμη καθώς το έργο δεν έχει γίνει γνωστό, κυκλοφορεί εδώ και μόλις δυο μήνες. Θα ήταν μεγάλη μου τιμή να δω τους χαρακτήρες του έργου να ζωντανεύουν.
Τι να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον; Βρίσκεστε ήδη στη διαδικασία συγγραφής κάποιου επόμενου έργου;
Η.Μ: Έχω ήδη γράψει ένα άλλο θεατρικό έργο με αρκετά διαφορετική θεματολογία από τον «Κύριο Τσέχωφ» αλλά και κάποια διηγήματα στα οποία δοκιμάζω μια τολμηρή σύνδεση μεταξύ παρόντος και παρελθόντος, ρεαλισμού και μυθοπλασίας. Ο χρόνος θα δείξει.

