Μαρία Κούλη :«Αν αλλάζαμε κουρτίνες…»: η ποίηση ως καθρέφτης ψυχής και τολμηρής ενδοσκόπησης
Η Μαρία Κούλη γράφει όπως αναπνέει· με αλήθεια, με τόλμη, με ευαισθησία. Η νέα της ποιητική συλλογή, «Αν αλλάζαμε κουρτίνες…», δεν είναι απλώς ένα βιβλίο με στίχους· είναι μια διαδρομή αυτογνωσίας, μια συνομιλία με τον εαυτό και τον αναγνώστη. Οι λέξεις της μοιάζουν να ξεπηδούν από τα πιο μύχια βάθη της ψυχής, να φωτίζουν φόβους, ενοχές, μικρές και μεγάλες μεταμορφώσεις. Μέσα από μια γλώσσα απλή και λυρική, η ποιήτρια καταθέτει το προσωπικό της βίωμα ως καθολική εμπειρία — γιατί, όπως η ίδια λέει, «είμαστε όλοι σταγόνες από την ίδια πηγή». Με ειλικρίνεια και στοχασμό, η Μαρία Κούλη μάς προσκαλεί να τραβήξουμε κι εμείς τις κουρτίνες μας, να αφήσουμε το φως να μπει και να αντικρίσουμε χωρίς φόβο τον αληθινό μας εαυτό.
Επιμέλεια συνέντευξης Βασιλική Ευαγγέλου-Παπαθανασίου
Ο τίτλος «Αν αλλάζαμε κουρτίνες…» είναι αινιγματικός και ποιητικός. Πώς γεννήθηκε; Τι συμβολίζει η αλλαγή των κουρτινών για εσάς;
Ο τίτλος είναι στίχος από ένα ποίημα της συλλογής. Θεώρησα λοιπόν ότι ταιριάζει στην «ιδιοσυγκρασία» των ποιημάτων που φιλοξενούνται στο βιβλίο. Και οι τρεις αυτές λέξεις είναι εξίσου σημαντικές για την κατανόηση της ποίησής μου. Το «Αν» περικλείει κάθε δισταγμό, κάθε κρυφό μου φόβο. Κάθε τι που με κάνει να αμφιβάλλω, με κρατάει πίσω, με καθηλώνει. Παραθέτω κάποιους στίχους της ποιητικής συλλογής ως παράδειγμα: «Αν αφεθώ στα κύματά σου/πνίγει η αγάπη;» «Αν τα αφήναμε όλα πίσω…» «Αν ενδώσω/θα αναπνέω;» Το ρήμα «αλλάζω» είναι καθοριστικό για μένα. Πέρασα πολλά χρόνια της ζωής μου ως «μια άλλη». Μέσα από πολυετή αναλυτική δουλειά βρήκα τον αληθινό εαυτό μου. Άλλαξα… Ξαναγεννήθηκα… Και τότε ήρθε και με βρήκε η Αγία Ποίηση. Οι «κουρτίνες» συμβολίζουν κάθε τι που κρύβει από τα μάτια μας την αλήθεια. Ένα προπέτασμα. Στο συγκεκριμένο ποίημα το θέμα που με απασχολεί είναι: πόσο εύκολα μπορούμε να αλλάξουμε αυτό που δεν μας αρέσει στον εαυτό μας; Τολμάμε να το κάνουμε; Κι όταν δεν τολμάμε να αλλάξουμε εσωτερικά, μήπως καταφεύγουμε σε εύκολες, εξωτερικές αλλαγές; Για παράδειγμα, αλλάζουμε κουρτίνες ή χρώμα στην κρεβατοκάμαρα (όπως στο ποίημα). Και θεωρούμε ότι τα καταφέραμε, διασωθήκαμε, έστω πρόσκαιρα. Αποφύγαμε να δούμε τη μαυρίλα, την πλήξη, την απογοήτευση, τους φόβους μας.. Αμ δε! Φυσικά, ομιλώ εκ πείρας, δεν είμαι αναμάρτητη…

Το βιβλίο σας μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα στην ποίηση και την εξομολόγηση. Πώς θα το περιγράφατε εσείς;
Έχετε απόλυτο δίκιο, τις περισσότερες φορές οι στίχοι μου είναι βαθιά εξομολογητικοί. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, μου βγαίνει αυθόρμητα πια.. Όπως λέει ο Μάρκος Αυρήλιος: «ἔνδον σκάπτε, ἔνδον ἡ πηγὴ τοῦ ἀγαθοῦ καὶ ἀεὶ ἀναβλύειν δυναμένη, ἐὰν ἀεὶ σκάπτῃς». «Σκάβω» λοιπόν τον εαυτό μου και αναδύονται λέξεις. Όταν πρωτοξεκίνησα να γράφω ποιήματα –σε ώριμη ηλικία- δεν περνούσε ποτέ από το μυαλό μου η σκέψη ότι θα εκδίδονταν, θα τα διάβαζαν και άλλοι. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τα λόγια που είπα στον αείμνηστο Δάσκαλό μου, Ντίνο Σιδερίδη: «Να τα εκδώσω, τι είναι αυτά που λες; Είναι σαν να βγαίνω γυμνή στην Πλατεία Συντάγματος. Αδύνατο!» Και όμως, είναι δυνατό. Το έκανα ήδη έξι φορές, ελπίζω και παραπάνω. Δεν έχω πια κανένα πρόβλημα να «εκτεθώ», να ανοίξω την ψυχή μου στους αναγνώστες. Ξέρετε γιατί; Διότι είμαι σίγουρη ότι κάπως έτσι νιώθουν και εκείνοι, απλώς δεν κατάφεραν να το εκφράσουν. Είναι τόσο συγκινητικό όταν μου λέει κάποιος: «μου θύμισες κάτι δικό μου» ή «με άγγιξες, γιατί και εγώ…» Είμαστε όλοι σταγόνες από την ίδια πηγή. Πλέουμε στο ίδιο ποτάμι της ζωής… Έτσι δεν είναι;
Ποια ήταν η πρώτη εικόνα, η πρώτη αφορμή που σας ώθησε να ξεκινήσετε αυτό το βιβλίο;
Τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής γράφτηκαν στα δύσκολα χρόνια του κορονοϊού. Κλείστηκα σπίτι, απομονώθηκα, μπήκα σε ένα τέλμα. Όμως ήταν και μια ευκαιρία για ενδοσκόπηση. Παρατήρησα τον εαυτό μου και τους άλλους και αναρωτήθηκα: Τι είναι στ’ αλήθεια οι φόβοι; Δικοί μας ή δοτοί; Πόσο φοβόμαστε τον θάνατο; Τι είναι ο έρωτας; Ανάγκη, Συνήθεια ή μήπως Πτέρωτας όπως τον λέει ο Πλάτωνας γιατί δίνει στην ψυχή πίσω τα σπασμένα της φτερά; Πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας και τους άλλους; Τολμάμε να αλλάξουμε ό,τι δεν μας αρέσει ή μήπως… Τα όνειρά μας, τα πραγματοποιήσαμε ή… Ο χρόνος με τις φθορές του τι ρόλο παίζει στη ζωή μας; Η μοναξιά;
Όλα αυτά τα θέματα με απασχολούσαν τότε και εξακολουθούν να με απασχολούν. Ήταν η αφορμή για να γεννηθούν τα ποιήματα αυτής της συλλογής· η κοινή τους συνισταμένη. Ευχαριστώ πολύ τον εκδοτικό οίκο Βακχικόν που με εμπιστεύτηκε και με βοήθησε να κάνω μια νέα αρχή.
Οι λέξεις σας αποπνέουν ευαισθησία αλλά και ρεαλισμό. Είναι προσωπικές εμπειρίες ή φανταστικές αφηγήσεις που αντλούν από τη ζωή των άλλων;
Από παιδί μου άρεσε να παρατηρώ τους άλλους. Αργότερα, μέσα από την ψυχανάλυση, έμαθα να παρατηρώ και τον εαυτό μου. Να καταλαβαίνω τα γιατί και τα πώς μου. Τους τρόπους με τους οποίους σκέπτομαι και λειτουργώ. Να ακούω την εσωτερική μου φωνή. Μέσα από την ίδια διαδικασία προσπαθώ να κατανοήσω και τους γύρω μου. Ό,τι βλέπετε στους στίχους μου αφορούν πρώτα εμένα, αλλά σε δεύτερο χρόνο και τους άλλους. Έχοντας ζήσει πολλά χρόνια ως «μια άλλη» προσποιόμουν για να με αγαπούν και να με αποδέχονται. Να επιβιώνω… Μπορώ λοιπόν να αναγνωρίζω τέτοιες καταστάσεις στους άλλους. Να μιλώ γι’ αυτές με «ευαισθησία και ρεαλισμό» όπως πολύ καλά λέτε. Κλαίω μέσα μου για τα λάθη που έκανα. Λυπάμαι όταν τα βλέπω γύρω μου να επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά… Γράφω γι’ αυτά. Και, μέσα από το γράψιμο κατανοώ καλύτερα τον εαυτό μου και τους άλλους.
Υπάρχει κάποιο κεντρικό συναίσθημα ή ιδέα που θέλατε να περάσετε μέσα από τις σελίδες του έργου σας;
Εκείνο που θα ήθελα να μείνει στον αναγνώστη είναι ιδέες όπως: Είναι άχρηστο να βολευόμαστε σε καταστάσεις που δεν μας εμπνέουν. Πρέπει να αφουγκραζόμαστε κάθε στιγμή αυτό που ζητά η ψυχούλα μας. Είναι τόσο άχρηστες οι συγκρούσεις και οι ανταγωνισμοί στις ανθρώπινες σχέσεις! Πόσα περισσότερα μας ενώνουν παρά μας χωρίζουν με τους άλλους. Εξάλλου «εμείς… δυο στάλες φως στο άπειρο». Και το τελευταίο: Να αγαπάμε και να αποδεχόμαστε τον εαυτό μας και τους άλλους όπως ακριβώς είναι. Επιτρέψτε μου να παραθέσω ένα ποίημα που αγαπώ΄.
«Δέξου με
όπως η θάλασσα τα ποτάμια
μη ρωτάς πώς ήρθα,
από πού,
τι κουβαλάω μέσα μου.
Μονάχα δέξου με,
ψυχή με ψυχή
όπως εγώ
εσένα…»
Τι σημαίνει για εσάς η γραφή; Είναι καταφύγιο, ανάγκη ή τρόπος επικοινωνίας;
Το γράψιμο είναι για μένα «το κρυφό δωμάτιο εντός μου». Εκεί μέσα ανακαλύπτω τον εαυτό μου, τις ευαισθησίες μου. Ανασαίνω. Ζω αληθινά. Θα έλεγα λοιπόν πως είναι και ανάγκη το γράψιμο. Κάπου κάπου βέβαια, αμφισβητώ τον εαυτό μου, κάνω αρνητικές σκέψεις του τύπου: δεν αξίζουν αυτά που γράφεις, ποιος θα τα διαβάσει, τέτοια… Βλέπετε, ο εσωτερικός κριτής που έχουμε μέσα στο μυαλό διαρκώς μας υπονομεύει. Σπανίως μας επαινεί. Δεν σας κρύβω πως υπήρξαν στιγμές που θέλησα να τα κλείσω όλα, να ξεχάσω και να ξεχαστώ. Ο Ρίλκε με έσωσε. «Βυθίσου στον εαυτό σου» λέει στο βιβλίο του “Γράμματα σε ένα νέο ποιητή”, «και αναρωτήσου: θα πέθαινες τάχα αν δεν σε άφηναν να γράφεις;» Κάθε φορά που το διαβάζω, σβήνω μονοκοντυλιά τις αμφιβολίες και συνεχίζω.
Πώς γράφετε συνήθως; Σιωπή, μουσική, συγκεκριμένες ώρες της ημέρας;
Σας έχει τύχει ποτέ να «σας γράψει» το κείμενο — να σας οδηγήσουν οι ίδιες οι λέξεις εκεί που δεν περιμένατε;
Συνήθως γράφω χαράματα. Η ώρα ανάμεσα σε σκοτάδι και φως είναι για μένα η πιο δημιουργική. Οι μόνοι ήχοι που ακούγονται είναι το απορριμματοφόρο του Δήμου που περνά αξημέρωτα και οι χτύποι της καρδιάς μου… Όπως προανέφερα, το γράψιμο αναδύθηκε μέσα από την αναλυτική δουλειά. Ο Δάσκαλός μου με προέτρεψε να γράφω τρεις χειρόγραφες σελίδες το πρωί «με την τσίμπλα στο μάτι» όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Το ίδιο συμβουλεύει και η Julia Cameron στο βιβλίο της “The Miracle of Morning Pages” διότι προάγει τη δημιουργικότητα. Από τις τρεις πρωινές σελίδες προέκυψαν μικρές και μεγάλες ιστορίες και αργότερα στίχοι.
Τις περισσότερες φορές, όταν γράφω, αφήνω το συναίσθημά μου να με καθοδηγεί. Προσπαθώ να μην επιτρέπω στη λογική να παρεισφρέει. Όπως λέει ο Πλάτωνας στον διάλογό του «Ίων» οι ποιητές (δημιουργοί) δεν πρέπει να είναι έμφρονες, αλλά ένθεοι· να βακχεύουν. Τυχαίνει λοιπόν κάποιοι στίχοι να «στάξουν» κυριολεκτικά στα χείλη μου, λες και έρχονται από αλλού. Είναι μαγική αυτή η διαδικασία. Γι’ αυτό την αφήνω να με πάει όπου θέλει. Της έχω εμπιστοσύνη… Φυσικά μετά αρχίζει η χρονοβόρα διαδικασία του γράψε-σβήσε, αφαίρεσε, άσε στην άκρη και ξαναδές το αργότερα… Βλέπετε, αν και τα ποιήματά μου είναι ολιγόστιχα, ο χρόνος επώασής τους είναι μακρύς.
Πόσο ρόλο παίζει η ειλικρίνεια και η προσωπική έκθεση στη δική σας λογοτεχνική φωνή;
Πολύ μεγάλο. Τον μοναδικό, θα έλεγα. Αν δεν εκτεθείς «γυμνός στην Πλατεία Συντάγματος», αν δεν είσαι γνήσιος στο συναίσθημά σου, πώς θα αγγιχτείς πρώτα εσύ και ύστερα θα αγγίξεις τον αναγνώστη; Το θεωρώ αδύνατο. Ο ποιητής πρέπει να μπορεί να επικοινωνεί με τον αναγνώστη, ψυχή με ψυχή. Και, συμβαίνει κάτι μαγικό όταν επιτυγχάνεται αυτή η θεϊκή συγκυρία. Έχετε προσπαθήσει να γράψετε ένα ποίημα μέσω της ΑΙ; Δοκιμάστε το! Θα έχει ωραίες λέξεις, όμορφες εικόνες, μουσικότητα. Θα του λείπει όμως το πιο σημαντικό: η ψυχή. Γι’ αυτό και δεν θα συγκινεί.
Πιστεύετε ότι η ποίηση (ή ο λυρικός λόγος γενικότερα) μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας και τους άλλους;
Πιστεύω ακράδαντα ότι η ποίηση μπορεί να αφυπνίσει. Να μας βγάλει από τα σκοτάδια της άγνοιας στο φως. Ακουμπάει ευαίσθητες χορδές και μέσα από τη συγκίνηση που προκαλεί υπενθυμίζει στον άνθρωπο ότι δεν είναι μονάχα μυαλό και λογική. Έχει και Ψυχή. Και η ποίηση για μένα είναι βάλσαμο ψυχής. Σε μαλακώνει. Σε κάνει να βλέπεις με άλλο μάτι τον εαυτό σου και τους άλλους. Ας μην ξεχνάμε τι λέει ο Ελύτης: «…όταν βρίσκεστε στα δύσκολα αδερφοί, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό…»
Μέσα από το βιβλίο διακρίνεται μια βαθιά ανάγκη για αλλαγή, ανανέωση, επαναπροσδιορισμό. Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι αλλάζουμε πραγματικά;
Λένε πως καθημερινά τα κύτταρα του σώματός μας πεθαίνουν και γεννιούνται άλλα στη θέση τους. Πώς λοιπόν να παραμείνουμε ίδιοι; Αδύνατο. Θέλουμε δε θέλουμε, αλλάζουμε. Η Μαρία του χθες δεν είναι η Μαρία του σήμερα, όσο κι αν φαίνεται ίδια. Το σώμα μας αλλάζει σίγουρα από στιγμή σε στιγμή. Συμβαίνει άραγε το ίδιο και με τις πεποιθήσεις, τις παγιωμένες αντιλήψεις, με λίγα λόγια τα πιστεύω μας; Μάλλον όχι. Έχω διαπιστώσει στην πράξη ότι η εσωτερική αλλαγή είναι δύσκολη και επίπονη διαδικασία –πιστέψτε με! Χρόνια πάλεψα να πετάξω από πάνω μου συνήθη πρότυπα και δοτά νοητικά μοντέλα. Κάθε βήμα προς την αλλαγή ήταν και μια μικρή νίκη. Ναι, μπορούμε να αλλάξουμε πραγματικά αν το θελήσουμε. Να βρούμε τον αληθινό εαυτό μας που –στα πρώτα επτά χρόνια της ζωής μας, όπως λένε οι ειδικοί- καλύφθηκε από τα πιστεύω των άλλων (γονείς, κοινωνία, σχολείο…). Προσωπικά τον αναζητώ διαρκώς, κυρίως μέσα από τα ποιήματά μου. Ενίοτε τον βρίσκω, ενίοτε διαφεύγει. Και… συνεχίζω!
Πόσο δύσκολο είναι να «αλλάξουμε κουρτίνες» στη ζωή μας — να τραβήξουμε ένα νέο φως;
Τις απλές κουρτίνες εύκολα τις αλλάζουμε, όπως υπονοεί το σχετικό ποίημα της συλλογής. Το ίδιο μπορούμε να κάνουμε και με τα υλικά αγαθά που συσσωρεύουμε με την ψευδαίσθηση ότι θα μας κάνουν ευτυχισμένους. Να αλλάξουμε σπίτι, αυτοκίνητο, να αγοράσουμε το τελευταίο μοντέλο κινητού ή την τάδε επώνυμη τσάντα. Μια ωραία ψευδαίσθηση που όμως διαρκεί τόσο λίγο! Μόλις περάσει η πρώτη χαρά, διαπιστώνουμε ότι τίποτε δεν άλλαξε, μένουμε πάλι με τον ίδιο, χιλιομπαλωμένο εαυτό μας, τον οποίο βέβαια δεν έχουμε και σε μεγάλη εκτίμηση συνήθως. Όταν άκουσα για πρώτη φορά από τον Δάσκαλό μου εκείνο το φοβερό: «αν δεν αγαπήσεις πρώτα τον εαυτό σου, δεν μπορείς να αγαπήσεις κανέναν άλλον αληθινά», είπα μέσα μου, τι λέει αυτός! Αργότερα κατάλαβα… Για να «τραβήξουμε ένα νέο φως» λοιπόν, όπως λέτε, νομίζω πως χρειάζεται να αλλάξουμε τις αληθινές κουρτίνες της άγνοιας. Κατά κύριο λόγο να αγαπήσουμε, να αποδεχτούμε τον εαυτό μας. Ύστερα να προσπαθήσουμε να απαλλαγούμε από άχρηστους φόβους, συνήθειες, συμπεριφορές. Και τότε, θα βρούμε το νέο, εσωτερικό μας φως.
Ποια είναι η σχέση σας με τη μνήμη, το παρελθόν και τον χρόνο που περνά;
Άνθρωποι σοφοί λένε πως είναι άχρηστο να γυρνάμε στο παρελθόν γιατί έχει περάσει ανεπιστρεπτί, ό,τι έγινε έγινε και δεν μπορούμε να το αλλάξουμε. Το κατανοώ με τη λογική, όμως το συναίσθημα άλλα πρεσβεύει. Συχνά με παρασύρει πίσω στο χρόνο, κυρίως σε στιγμές πόνου· σπανίως χαράς. Κάθε φορά που πίστεψα πως έχω τακτοποιήσει μέσα μου τα περασμένα –πρόσωπα που αγάπησα ή με δυσκόλεψαν, καταστάσεις, λάθη- το υποσυνείδητο τα φέρνει πίσω ολοζώντανα… Επιτρέψτε μου να παραθέσω ένα ποίημα από τη συλλογή:
Χαρές
λύπες
έρωτες,
ίδιο συρτάρι σκοτεινό
καλά τακτοποιημένο.
Μικρή ανάμνηση
μελαχρινή
που ΄χει τα μάτια σου
πώς ξεγλίστρησε, μου λες;
Πάει, έρχεται
με κοιτάζει·
ματώνω…
Όσο για τον Χρόνο, αυτό το παιδί που παίζει ζάρια, όπως λέει ο Ηράκλειτος, προσπαθώ να αποδεχτώ τις φθορές που επιφέρει, συχνά οδυνηρές. Στα ποιήματά μου, άλλοτε θέλω να το βάλω στα πόδια, άλλοτε να κρυφτώ να μη με βρει. «Τι λες του ξεφεύγουμε;» ή «απόψε, λέει,/παίζαμε κρυφτό/τα φύλαγε ο Χρόνος…» Φυσικά ξέρω, όπως όλοι μας ότι υπάρχει ημερομηνία λήξης, ότι «κρυβόμασταν καλά/ώσπου…/μας πήρε κι έφυγε…» Είναι αναπόφευκτο.
Υπάρχουν επαναλαμβανόμενα μοτίβα στη γραφή σας — εικόνες, λέξεις ή συναισθήματα που σας ακολουθούν από βιβλίο σε βιβλίο;
Ναι, υπάρχουν. Για παράδειγμα, το θέμα της αυτογνωσίας επανέρχεται συχνά στους στίχους μου. Επίσης το υγρό στοιχείο (θάλασσα, ποτάμι) με συγκινεί ιδιαιτέρως γιατί συμβολίζει την αέναη κίνηση, τη ροή της ενέργειας. Θλίβομαι όταν βλέπω γύρω μου ανθρώπους να βαλτώνουν –κάτι που ενίοτε ισχύει και για μένα- να μην μπορούν να αλλάξουν και μιλάω γι’ αυτό. Συχνά μέσα από τους στίχους μου αναδύεται και ο δισταγμός να αφεθώ στο συναίσθημα («…αν αφεθώ στα κύματά σου/πνίγει η αγάπη;»). Το Φεγγάρι –απόμακρο και λίγο ψυχρό- συμβολίζει ενίοτε αυτό το δισταγμό. Και φυσικά ένα σημαντικό μοτίβο είναι ο Έρωτας. Ο αληθινός, αυτός που πηγάζει από το ηλιακό μας πλέγμα, όχι ο εγκεφαλικός. Ο Έρωτας που κάνει την ψυχή μας να φτερουγίζει.

