Η απίστευτη (;) ιστορία της Μάρθας Μίτσελ
DARVO: Πώς η “τρελή” σύζυγος του Watergate είχε δίκιο από την αρχή
Υπάρχουν ιστορίες που, όσο απίστευτες κι αν ακούγονται, είναι αληθινές. Η ιστορία της Μάρθας Μίτσελ είναι μία από αυτές. Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που αποδείχτηκε ότι είχε δίκιο για το μεγαλύτερο πολιτικό σκάνδαλο της αμερικανικής ιστορίας, το Watergate.
Στην ουσία του, το Watergate ήταν μια υπόθεση πολιτικής κατασκοπίας: άνθρωποι της προεκλογικής επιτροπής του προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον παρακολουθούσαν παράνομα το αντίπαλο κόμμα, τους Δημοκρατικούς, για να εξασφαλίσουν την επανεκλογή του. Όταν η υπόθεση αποκαλύφθηκε, ακολούθησε μια συστηματική προσπάθεια συγκάλυψης από ανθρώπους της κυβέρνησης, η οποία τελικά οδήγησε, το 1974, στην πρώτη και μοναδική παραίτηση προέδρου των ΗΠΑ.
________________________
Η Μάρθα Μπιλ γεννήθηκε το 1918 στο Pine Bluff του Αρκάνσας, μοναχοκόρη μιας ευκατάστατης οικογένειας. Φιλόδοξη ηθοποιός στα νιάτα της, πολυλογού και ανυπόμονη, σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Αρκάνσας και στο Πανεπιστήμιο του Μαϊάμι. Μετά από έναν πρώτο γάμο που κατέληξε σε διαζύγιο, παντρεύτηκε τον εύπορο δικηγόρο της Νέας Υόρκης Τζον Μίτσελ. Έντεκα χρόνια αργότερα, ο Μίτσελ διορίστηκε Γενικός Εισαγγελέας των Ηνωμένων Πολιτειών από τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο Νίξον, και η Μάρθα βρέθηκε ξανά στην Ουάσιγκτον, αυτή τη φορά ως κάτοικος του περίφημου συγκροτήματος Watergate και σύζυγος ενός από τους πιο ισχυρούς ανθρώπους της κυβέρνησης.
Στην Ουάσιγκτον, η Μάρθα έγινε γνωστή ως η πιο πολυσυζητημένη σύζυγος του κυβερνητικού κύκλου του Νίξον: έλεγε αυτό που σκεφτόταν χωρίς φίλτρο, της άρεσε να πίνει ένα ποτηράκι παραπάνω και να κάνει μεσονύχτια τηλεφωνήματα σε δημοσιογράφους. Την αποκαλούσαν «H Άλλη Μάρθα της Ουάσιγκτον». Το παρατσούκλι ήταν λογοπαίγνιο πάνω στο όνομα Martha Washington (σύζυγος του πρώτου προέδρου των ΗΠΑ George Washington και σύμβολο της διακριτικής συζύγου) — η Μάρθα Μίτσελ ήταν «η άλλη Μάρθα», αυτή που έσπαγε εντελώς αυτό το πρότυπο. Ο αυθορμητισμός της τής χάρισε και ένα δεύτερο παρατσούκλι, την έλεγαν «η Φωνή του Νότου» («The Mouth of the South»).
Ήταν, με κάθε κριτήριο, μια δύσκολη, αμφιλεγόμενη και για πολλούς αντιπαθητική γυναίκα. Ήταν ισχυρογνώμων, απρόβλεπτη στις δηλώσεις της, μερικές φορές απερίσκεπτη. Το 1969 δήλωσε σε δημοσιογράφο της τηλεόρασης ότι οι διαδηλώσεις κατά του πολέμου του Βιετνάμ θύμιζαν στον άντρα της τη Ρώσικη Επανάσταση, μια δήλωση που της χάρισε κακή φήμη σε ολόκληρη τη χώρα.
Αυτή ακριβώς η εικόνα -της παράξενης, μέθυσης, υπερβολικής γυναίκας- ήταν εκείνη που θα χρησιμοποιούσε εναντίον της η ίδια η κυβέρνηση, τη στιγμή που θα έλεγε την αλήθεια.
Το τηλεφώνημα που δεν έπρεπε να γίνει
Η Μάρθα δεν φοβόταν το τηλέφωνο. Το χρησιμοποιούσε επανειλημμένα ως μέσο πίεσης: τηλεφωνούσε σε συζύγους ισχυρών ανδρών ή απευθείας σε εφημερίδες για να στηρίξει υποψήφιους δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου που ευνοούσε η κυβέρνηση Νίξον, ή για να πιέσει εναντίον όσων αντιτάχθηκαν σε αυτούς (όπως όταν προσπάθησε να κινητοποιήσει στήριξη για τον υποψήφιο δικαστή Clement Haynsworth, ή όταν, το 1970, πίεσε μια εφημερίδα του Αρκάνσας να «σταυρώσει» έναν γερουσιαστή επειδή αντιτάχθηκε σε άλλο υποψήφιο δικαστή).
Όμως το πιο κρίσιμο τηλεφώνημα της ζωής της έγινε στις 22 Ιουνίου 1972. Πέντε μέρες πριν, πέντε άνδρες είχαν συλληφθεί να κάνουν διάρρηξη στα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος στο συγκρότημα Watergate και να έχουν εξοπλισμό υποκλοπών. Ένας από αυτούς που συνελήφθησαν είχε προηγουμένως υπηρετήσει ως προσωπικός φρουρός της Μάρθας. Ο σύζυγός της, Τζον Μίτσελ, τότε επικεφαλής της προεκλογικής επιτροπής του Νίξον, ήξερε ότι η Μάρθα θα συνέδεε αμέσως τα γεγονότα μαζί του. Έτσι, ενώ εκείνος έσπευσε πίσω στην Ουάσιγκτον για να οργανώσει τη συγκάλυψη, ζήτησε από τους ανθρώπους του να την κρατήσουν μακριά από κάθε εφημερίδα για να μην μάθει τα νέα.
Η Μάρθα, όμως, βρήκε ένα φύλλο των Los Angeles Times και τηλεφώνησε στη δημοσιογράφο Helen Thomas για να μοιραστεί όσα είχε μάθει. Πρόλαβε να πει μόνο ότι ήταν «αηδιασμένη με όλη αυτή την επιχείρηση [του Νίξον]» — και το τηλεφώνημα κόπηκε απότομα. Ο φρουρός ασφαλείας, Steve King, όπως αποκάλυψε η ίδια αργότερα, «τράβηξε το τηλέφωνο από τον τοίχο».
Στις μέρες που ακολούθησαν, η Μάρθα κρατήθηκε αιχμάλωτη στο δωμάτιο του ξενοδοχείου της, «χωρίς φαγητό ή τίποτα άλλο». Σε μια απόπειρα διαφυγής από το παράθυρο, χτύπησε με σπασμένο γυαλί και χρειάστηκε ράμματα. Στη συνέχεια, την ακινητοποίησαν με τη βία και της έκαναν ένεση με ηρεμιστικό.
Αν και εκείνες τις μέρες οι ισχυρισμοί της αντιμετωπίστηκαν ως μυθομανία, χρόνια αργότερα ο ίδιος ο φρουρός της παραδέχτηκε το περιστατικό, επιβεβαιώνοντας ότι η αιχμαλωσία της ήταν μια ενορχηστρωμένη επιχείρηση της επιτροπής Νίξον.
Όταν τελικά επέστρεψε στη Νέα Υόρκη και με τα δύο χέρια σε επιδέσμους, τηλεφώνησε ξανά στη δημοσιογράφο Thomas, καταγγέλλοντας ότι την είχαν αφήσει «μπλε από το ξύλο» και διακηρύσσοντας ότι δεν θα το αφήσει έτσι:
«Δεν θα σιωπήσω για αυτή τη βρωμοδουλειά».

Πώς η αλήθεια έγινε «παραλήρημα»: DARVO
Η καταγγελία της Μάρθας έφτασε στη δημόσια σφαίρα — αλλά όχι όπως θα έπρεπε. Το πρώτο της τηλεφώνημα στη Thomas βρέθηκε στη σελίδα 12 των New York Times. Το δεύτερο, στη σελίδα 25. Άλλες εφημερίδες, όπως η New York Daily News, αντιμετώπισαν την υπόθεση ως ψιλά κουτσομπολιστικά νέα και όχι ως σοβαρό στοιχείο σε ένα σκάνδαλο που θα μπορούσε να ρίξει την κυβέρνηση.
Ανώνυμες ρεπουμπλικάνικες πηγές άρχισαν να διαρρέουν στον Τύπο ανησυχίες για την κατανάλωση αλκοόλ της Μάρθας και την υποτιθέμενη φθίνουσα ψυχική της κατάσταση.
Αυτό είναι το σημείο όπου η ιστορία της Μάρθας γίνεται κάτι παραπάνω από προσωπική περιπέτεια. Είναι ένα σχολικό παράδειγμα ενός μοτίβου που η ψυχολόγος Jennifer Freyd ονόμασε αργότερα DARVO: Deny, Attack, Reverse Victim and Offender — Άρνηση, Επίθεση, Αντιστροφή Θύματος και Θύτη. Ένα μοτίβο που χρησιμοποιούν συστηματικά όσοι έχουν εξουσία και βρίσκονται αντιμέτωποι με καταγγελίες εναντίον τους.
Deny (Άρνηση): Ο Λευκός Οίκος αρνήθηκε εξ αρχής τις καταγγελίες της Μάρθας για παράνομες ενέργειες.
Attack (Επίθεση): Την κράτησαν αιχμάλωτη σε ξενοδοχείο, της έκαναν ηρεμιστική ένεση με τη βία για να τη φιμώσουν, και άρχισαν να διαδίδουν ότι έχει «ψυχολογικά προβλήματα» και πρόβλημα με το αλκοόλ.
Reverse Victim and Offender (Αντιστροφή Θύματος και Θύτη): Παρουσίασαν τον Νίξον και την κυβέρνησή του ως τα πραγματικά «θύματα» των κακόβουλων φαντασιώσεων μιας «τρελής» γυναίκας.

Η αντιστροφή ήταν τόσο αποτελεσματική που ο ίδιος ο Νίξον δήλωσε χρόνια αργότερα, σε τηλεοπτική συνέντευξη: «Αν δεν ήταν η Μάρθα Μίτσελ, δεν θα υπήρχε Watergate». Με αυτό ο Νίξον επιχείρησε να μετατοπίσει την ευθύνη της πτώσης του, υποστηρίζοντας κυνικά ότι αν ο Τζον Μίτσελ δεν ήταν απασχολημένος με το να διαχειρίζεται την «αστάθεια» της συζύγου του, θα είχε οργανώσει καλύτερα τη συγκάλυψη του σκανδάλου (!!!). Πρόκειται για την απόλυτη εφαρμογή του DARVO: η ιστορία δεν γράφτηκε από το ίδιο το έγκλημα της εξουσίας, αλλά από μια γυναίκα που δεν μπορούσε «να κρατήσει το στόμα της κλειστό». Με άλλα λόγια: έφταιγε εκείνη που ήταν «δύσκολη», όχι το ίδιο το έγκλημα.
Η αντιστροφή αυτή ήταν τόσο ισχυρή που γέννησε έναν δικό της ψυχιατρικό όρο. Το 1988, ο ψυχολόγος του Harvard Brendan Maher ονόμασε «Martha Mitchell effect» το φαινόμενο κατά το οποίο ένας κλινικός γιατρός παρερμηνεύει την ακριβή περιγραφή πραγματικών γεγονότων από έναν ασθενή ως παραλήρημα, μόνο επειδή η ιστορία ακούγεται απίστευτη. Η ίδια η Μάρθα έλεγε σε μια τηλεοπτική συνέντευξη το 1974: «Όλο αυτό είναι απίστευτο. Είναι σαν να διαβάζεις μυθιστόρημα κατασκοπίας. Δεν μπορείς να το πιστέψεις. Εγώ δεν μπορώ να πιστέψω τι μου συνέβη».
Έναν χρόνο αργότερα, ο ίδιος ο πρώην φρουρός που ήταν στη φρουρά της Μάρθα και συνελήφθη στο Watergate επιβεβαίωσε δημόσια ότι η ιστορία της ήταν αληθινή. Το 2017, νέα δημοσιογραφική έρευνα ήρθε να επιβεβαιώσει περισσότερα στοιχεία, όταν ο φρουρός ασφαλείας που είχε τραβήξει το καλώδιο του τηλεφώνου της και την αιχμαλώτισε στο ξενοδοχείο διορίστηκε, χρόνια αργότερα, πρέσβης των ΗΠΑ στην Τσεχία.
Δεν χρειάζεται να τη συμπαθούμε για να την πιστέψουμε
Εδώ βρίσκεται ένα κοινωνικό σχόλιο που αξίζει να σταθούμε: η Μάρθα Μίτσελ δεν ήταν συμπαθητικός χαρακτήρας για πολλούς. Ήταν συντηρητική, κάποιες φορές προσβλητική, ήταν αναμφισβήτητα κομμάτι του ίδιου συστήματος εξουσίας που τελικά την πρόδωσε. Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε με τις πολιτικές της απόψεις, να συμπαθούμε τον χαρακτήρα της, ή να ταυτιζόμαστε με οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό της για να αναγνωρίσουμε ότι αυτό που της συνέβη ήταν αληθινό και άδικο.
Αυτό είναι, ίσως, το πιο δύσκολο μέρος στην αναγνώριση ενός θύματος: η αλήθεια μιας καταγγελίας δεν εξαρτάται από το πόσο μας αρέσει το πρόσωπο που την κάνει. Η δημοσιογράφος της Washington Post, Katherine Winton Evans, συνόψισε εύστοχα το δίλημμα της κοινής γνώμης το 1979, λέγοντας ότι δυσκολευόταν να αποφασίσει αν η Μάρθα Μίτσελ ήταν μια έξυπνη γυναίκα που κατάλαβε την αλήθεια για τον Νίξον πριν από τους άλλους, ή απλά μια ανυπόφορη και αναξιόπιστη γυναίκα που ήταν ένας μπελάς για όλους και έσκαψε τον λάκκο της μόνη της.
Η απάντηση, τελικά, ήταν: και τα δύο μπορούσαν να είναι αλήθεια. Μπορεί κανείς να είναι δύσκολος άνθρωπος, μπελάς στην καθημερινότητα, να μην συμφωνείς με τις πολιτικές του απόψεις και αυτός ο άνθρωπος να λέει την αλήθεια ταυτόχρονα. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο.

Το τέλος μιας ιστορίας που δικαιώθηκε αργά: Η Μάρθα είχε δίκιο
Ο Νίξον παραιτήθηκε τον Αύγουστο του 1974. Λίγες εβδομάδες αργότερα, η Μάρθα δήλωνε στην τηλεόταση: «Έχασα την εμπιστοσύνη μου στην ανθρώπινη φύση… Αγάπησα έναν άντρα μέχρι το τέλος, και ξαφνικά όλα αποδεικνύονται ψέματα». Ο Τζον Μίτσελ καταδικάστηκε τον Ιανουάριο του 1975 για συνωμοσία, παρακώλυση της δικαιοσύνης και ψευδορκία. Τον ίδιο χρόνο, η Μάρθα αρρώστησε με πολλαπλό μυέλωμα. Πέθανε έναν χρόνο μετά.
Στην κηδεία της στο Pine Bluff, ανάμεσα στα λουλούδια που έστειλαν φίλοι και υποστηρικτές, υπήρχε μια ανθοδέσμη που σχημάτιζε ένα μήνυμα με λευκά χρυσάνθεμα. Έγραφε: «Η Μάρθα είχε δίκιο».
Η αμφιβολία έχει κατεύθυνση
Η ιστορία της Μάρθας Μίτσελ δεν είναι μόνο ιστορία ενός σκανδάλου. Είναι ιστορία ενός μηχανισμού που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, κάθε φορά που κάποιος με λιγότερη εξουσία τολμά να καταγγείλει κάποιον με περισσότερη: άρνηση, επίθεση στην αξιοπιστία του, και τελικά αντιστροφή των ρόλων, ώστε ο θύτης να εμφανίζεται ως το πραγματικό θύμα.
Το DARVO δεν έμεινε στο 1972. Το συναντάμε σήμερα σε καταγγελίες κακοποίησης, σε χώρους εργασίας, σε οικογένειες, σε σχέσεις εξουσίας κάθε είδους. Και η πρώτη γραμμή άμυνας απέναντί του είναι απλή, αν και όχι εύκολη: να μην απαιτούμε από όσους καταγγέλλουν να είναι τέλεια, συμπαθητικά ή χωρίς ψεγάδια θύματα για να τους πιστέψουμε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε καταγγελία είναι αληθινή — υπάρχουν και ψευδείς καταγγελίες, και κανένα μοτίβο δεν μας απαλλάσσει από την ανάγκη να εξετάζουμε τα γεγονότα. Σημαίνει ότι, όταν κάποιος με λιγότερη εξουσία τολμά να μιλήσει εναντίον κάποιου με περισσότερη, το κόστος γι’ αυτόν –κοινωνική κατακραυγή, χαμένη αξιοπιστία, ρίσκο σε καριέρα και σχέσεις- είναι τόσο μεγάλο, που η πιθανότητα να λέει αλήθεια είναι συχνά μεγαλύτερη απ’ όσο μας κάνει αυθόρμητα να πιστεύουμε η άνεση του να μην αμφισβητούμε όσους έχουν την εξουσία.
Δεν υπάρχει βεβαιότητα, αλλά υπάρχει ανάγκη να μετατοπίσουμε τον προκαταρκτικό σκεπτικισμό μας.
Και φυσικά χρειάζεται να συμφωνήσουμε για το τι σημαίνει «εξουσία», γιατί ακόμα και άτομα που θεωρούσαν τους εαυτούς τους αντίθετους στην εξουσία, όπως δημοσιογράφοι κριτικοί του Νίξον, δεν εκτίμησαν σωστά την έλλειψη εξουσίας της Μάρθας απέναντι στον σύζυγό της και στο σύστημα που εκείνος εκπροσωπούσε.
Γίνε αυτός που δεν αμφιβάλλει πρώτα για την αλήθεια όσων δεν έχουν εξουσία.


