Συνέντευξη με τον συγγραφέα Βασίλη Κασσάρα: «Η λογοτεχνία μπορεί να αλλάξει μια καρδιά»
Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του μυθιστορήματος «Θυγατέρα – Το κορίτσι με τα κόκκινα μαλλιά», συνομιλήσαμε με τον συγγραφέα Βασίλη Κασσαάρα για τους ήρωές του, τη δύναμη της διαφορετικότητας, τη σημασία της ιστορικής μνήμης και τον ρόλο της λογοτεχνίας στη σύγχρονη κοινωνία. Μέσα από τις απαντήσεις του αναδεικνύονται ζητήματα όπως η αξιοπρέπεια, η αποδοχή, η περιθωριοποίηση και η ανθρωπιά, που αποτελούν τον πυρήνα του βιβλίου του. Μια συνέντευξη που μας καλεί να δούμε πέρα από τις ταμπέλες και να ανακαλύψουμε τον άνθρωπο πίσω από αυτές.
Επιμέλεια συνέντευξης: Βασιλική Ευαγγέλου-Παπαθανασίου
Υπάρχει κάποιος χαρακτήρας με τον οποίο ταυτίζεστε περισσότερο;
Κάθε φορά που μου το ρωτούν αυτό, δυσκολεύομαι να δώσω μία μόνο απάντηση. Οι συγγραφείς δεν αγαπούν έναν ήρωα περισσότερο από τους άλλους· μοιράζονται σε όλους.
Στη Γιαγκίνι/Νίτσα άφησα την επιμονή να επιβιώνει, ακόμη κι όταν όλα γύρω της συνηγορούν στην παραίτηση. Είναι μια γυναίκα που η ζωή δεν της χάρισε τίποτα. Της πήρε πατρίδα, οικογένεια, παιδική ηλικία και πολλές φορές ακόμη και το δικαίωμα να ορίζει τον εαυτό της. Κι όμως, δεν παύει να αναζητά το φως.
Στη Ρενέ άφησα την πίστη μου πως η καλοσύνη δεν κατοικεί πάντα εκεί όπου την περιμένουμε. Είναι μια γριά πόρνη που καθαρίζει τους διαδρόμους του Ιδρύματος, μια «κουβαδιάστρα», όμως στην πραγματικότητα καθαρίζει και τις ψυχές όσων βρίσκονται γύρω της. Ένας άνθρωπος που η κοινωνία θα προσπερνούσε χωρίς δεύτερη ματιά, αλλά μέσα στο βιβλίο γίνεται μια από τις πιο ανθρώπινες παρουσίες.
Και ύστερα είναι η Δωροθέα ή Ντώτα. Ίσως ο πιο δύσκολος χαρακτήρας που έχω γράψει ποτέ. Ένας άνθρωπος που γεννήθηκε χωρίς να χωρά στις βεβαιότητες των άλλων και αναγκάστηκε να επινοήσει μόνος του τον τρόπο να επιβιώσει. Δεν θέλησα να γράψω έναν «διαφορετικό» χαρακτήρα. Θέλησα να γράψω έναν άνθρωπο που διψά να τον δουν όπως πραγματικά είναι.
Αν, όμως, υπάρχει ένας χαρακτήρας με τον οποίο ταυτίζομαι περισσότερο, αυτός είναι το ίδιο το Ίδρυμα.
Γιατί δεν είναι απλώς ένας τόπος. Είναι ένας οργανισμός που αναπνέει, καταγράφει, παρακολουθεί, τιμωρεί, κρύβει μυστικά και αλλάζει όσους περνούν το κατώφλι του. Όσο έγραφα, είχα την αίσθηση πως δεν δημιουργούσα απλώς ένα σκηνικό· περπατούσα μέσα του και άκουγα τους τοίχους του να αφηγούνται ιστορίες που κανείς δεν κατέγραψε ποτέ.
Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίσατε κατά τη συγγραφή;
Η μεγαλύτερη δυσκολία δεν ήταν η έρευνα, ήταν η ευθύνη.
Έπρεπε να ισορροπήσω ανάμεσα στην ιστορική αλήθεια και τη μυθοπλασία. Το Ίδρυμα, που παραπέμπει στα παλιά Βούρλα του Πειραιά, δεν είναι απλώς ένας τόπος όπου εξελίσσεται η ιστορία. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός που επηρεάζει τους ανθρώπους, τους αλλάζει, τους δοκιμάζει. Ήθελα ο αναγνώστης να αισθανθεί ότι περπατά μέσα στους διαδρόμους του, ακούει τις φωνές του και αναπνέει την ατμόσφαιρά του, χωρίς όμως να χαθεί η λογοτεχνική μαγεία μέσα στην όποια ιστορική πληροφορία.
Κυρίως, όμως, ήθελα σε όλους τους ανθρώπους του βιβλίου, να χαρίσω αυτό που συχνά τους στέρησε η εποχή τους: την αξιοπρέπεια.
Υπήρχαν σκηνές που, μόλις τις ολοκλήρωνα, έκλεινα τον υπολογιστή και δεν μπορούσα να συνεχίσω. Όχι επειδή ήταν σκληρές, αλλά επειδή ένιωθα πως είχα περπατήσει δίπλα στους ήρωές μου και είχα μοιραστεί για λίγο το βάρος που κουβαλούσαν.
Πώς επιλέξατε τον τίτλο του βιβλίου;
Οι περισσότεροι στέκονται στον υπότιτλο, «Το κορίτσι με τα κόκκινα μαλλιά». Είναι μια εικόνα που μένει στο μυαλό. Για μένα, όμως, η πιο βαριά λέξη του τίτλου είναι η πρώτη.
Θυγατέρα.
Αυτή η λέξη γεννήθηκε πρώτη και δεν άλλαξε ποτέ.
Γιατί όλες οι γυναίκες αυτού του βιβλίου υπήρξαν κάποτε θυγατέρες. Πριν γίνουν πρόσφυγες. Πριν γίνουν πόρνες. Πριν γίνουν ανεπιθύμητες. Πριν αποκτήσουν ένα παρατσούκλι που αντικατέστησε το όνομά τους.
Κάποτε ήταν απλώς κόρες. Κάποιου πατέρα. Κάποιας μητέρας.
Και κάπου στην πορεία, η κοινωνία ξέχασε να τις βλέπει έτσι.
Ήθελα, λοιπόν, πριν ακόμη ο αναγνώστης ανοίξει το βιβλίο, να του θυμίσω κάτι πολύ απλό: πίσω από κάθε χαρακτηρισμό υπάρχει ένας άνθρωπος που γεννήθηκε παιδί, ονειρεύτηκε, φοβήθηκε, αγάπησε.
Το «κορίτσι με τα κόκκινα μαλλιά» είναι η μορφή που θα συναντήσει ο αναγνώστης.
Η «Θυγατέρα» είναι η ψυχή που καλείται να ανακαλύψει.
Αν η ηρωίδα σας ζούσε σε μια κοινωνία που αποδεχόταν πλήρως τη διαφορετικότητα, θα υπήρχε αυτή η ιστορία ή θα ήταν ένα εντελώς διαφορετικό βιβλίο;
Θα ήταν ένα άλλο βιβλίο.
Όχι γιατί θα εξαφανιζόταν η διαφορετικότητα, αλλά γιατί θα έλειπε η ανάγκη των ανθρώπων να αποδεικνύουν συνεχώς ότι αξίζουν να αγαπηθούν.
Η Γιαγκίνι δεν πολεμά μόνο τις προκαταλήψεις. Πολεμά την Ιστορία. Τον ξεριζωμό. Τη φτώχεια. Την εκμετάλλευση. Την απώλεια. Και, πάνω απ’ όλα, την απόγνωση.
Οι άνθρωποι του βιβλίου μου δεν ζητούν από τον κόσμο να τους λυπηθεί.
Ζητούν να τους δει.
Και νομίζω πως αυτή είναι η βαθύτερη ανάγκη κάθε ανθρώπου, είτε θεωρείται διαφορετικός είτε όχι.
Αν άλλαζε κάτι, ίσως οι ήρωές μου να πονούσαν λιγότερο.
Αλλά φοβάμαι πως η Ιστορία μάς έχει δείξει ότι κάθε εποχή βρίσκει έναν καινούργιο τρόπο να δημιουργεί ανθρώπους που θα μείνουν στο περιθώριο.
Γι’ αυτό, ενώ το βιβλίο κοιτάζει προς το παρελθόν, στην πραγματικότητα συνομιλεί διαρκώς με το σήμερα.
Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι φοβούνται πραγματικά τη διαφορετικότητα ή φοβούνται όσα τους αναγκάζει να αναθεωρήσουν για τον εαυτό τους;
Νομίζω πως φοβούνται τον καθρέφτη.
Η διαφορετικότητα έχει έναν παράξενο τρόπο να μας φέρνει αντιμέτωπους με τις βεβαιότητές μας. Μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε αν όσα θεωρούμε αυτονόητα είναι πράγματι αλήθειες ή απλώς συνήθειες που κληρονομήσαμε.
Η Ντώτα, για παράδειγμα, δεν προκαλεί επειδή είναι ερμαφρόδιτη. Προκαλεί επειδή δεν χωρά σε κανένα από τα κουτιά που έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε για να ταξινομούμε τους ανθρώπους.
Η Ρενέ δεν σοκάρει επειδή υπήρξε πόρνη. Σοκάρει επειδή αποδεικνύεται πιο ανθρώπινη από πολλούς ανθρώπους που θεωρούνται αξιοσέβαστοι.
Και η Γιαγκίνι μάς θυμίζει πως ένας άνθρωπος μπορεί να του στερήσουν σχεδόν τα πάντα, αλλά όχι την αξιοπρέπειά του, αν ο ίδιος αποφασίσει να την κρατήσει ζωντανή.
Ίσως τελικά αυτό να είναι που μας φέρνει σε αμηχανία.
Όχι η διαφορετικότητα.
Η δύναμη που μπορεί να κρύβει.
Στο βιβλίο ποιος είναι τελικά πιο «διαφορετικός»: αυτός που ξεχωρίζει ή αυτός που αρνείται να αποδεχθεί το διαφορετικό;
Δεν μου αρέσει να χωρίζω τους ανθρώπους σε φυσιολογικούς και διαφορετικούς.
Όταν τελείωσα το βιβλίο, συνειδητοποίησα πως ο καθένας από τους ήρωές μου κουβαλά μια μορφή μοναξιάς. Άλλος επειδή είναι γυναίκα. Άλλος επειδή είναι πρόσφυγας. Άλλος επειδή γεννήθηκε με ένα σώμα που οι άλλοι δεν μπορούσαν να κατανοήσουν. Άλλος επειδή η φτώχεια δεν του επέτρεψε ποτέ να ονειρευτεί.
Τελικά, δεν είναι αυτοί οι διαφορετικοί.
Διαφορετικός είναι ίσως εκείνος που εξακολουθεί να πιστεύει ότι μπορεί να γνωρίσει έναν άνθρωπο από την ταμπέλα που του έχει κολλήσει η κοινωνία.
Αν υπάρχει κάτι που εύχομαι να κερδίσει ο αναγνώστης κλείνοντας το βιβλίο, είναι να αφήσει για λίγο τις ταμπέλες στην άκρη και να γνωρίσει τους ανθρώπους όπως ακριβώς προσπάθησα να τους γνωρίσω κι εγώ όταν τους έγραφα.
Γιατί οι ιστορίες δεν αλλάζουν τον κόσμο.
Αλλά μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζουμε τον άνθρωπο που στέκεται απέναντί μας.
Αν μπορούσατε να μιλήσετε για πέντε λεπτά σε κάθε άνθρωπο που έχει περιθωριοποιήσει κάποιον επειδή ήταν διαφορετικός, τι θα του λέγατε;
Δεν θα του μιλούσα πρώτα για τη διαφορετικότητα. Θα του μιλούσα για την Ιστορία.
Η Ιστορία έχει έναν παράξενο τρόπο να αλλάζει πλευρές. Εκείνος που σήμερα νιώθει ασφαλής, αύριο μπορεί να είναι ο πρόσφυγας, ο φτωχός, ο ξένος, ο ανεπιθύμητος.
Στο Θυγατέρα δεν υπάρχουν μόνο άνθρωποι που γεννήθηκαν στο περιθώριο. Υπάρχουν άνθρωποι που βρέθηκαν εκεί χωρίς ποτέ να το επιλέξουν.
Θα του έλεγα λοιπόν να είναι προσεκτικός όταν κρίνει. Γιατί ποτέ δεν ξέρει πότε η ζωή θα τον φέρει στη θέση εκείνου που σήμερα κοιτά αφ’ υψηλού.
Και ίσως θα τον ρωτούσα κάτι πολύ απλό:
«Πόσα γνωρίζεις πραγματικά για τον άνθρωπο που μόλις έκρινε το βλέμμα σου;»
Οι περισσότεροι δεν είναι κακοί άνθρωποι.
Απλώς δεν άκουσαν ποτέ την ιστορία του άλλου.
Θεωρείτε ότι σήμερα η κοινωνία είναι πιο ανεκτική ή απλώς πιο προσεκτική στο πώς εκφράζει τις προκαταλήψεις της;
Νομίζω πως έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε πιο ευγενικές λέξεις.
Αυτό είναι πρόοδος, αλλά δεν είναι πάντοτε αποδοχή.
Οι προκαταλήψεις δεν εξαφανίζονται επειδή αλλάζει το λεξιλόγιό μας. Εξαφανίζονται όταν αλλάζει ο τρόπος που κοιτάζουμε τον άνθρωπο απέναντί μας.
Γι’ αυτό και δεν θεωρώ ότι το Θυγατέρα μιλά μόνο για μια άλλη εποχή.
Οι τοίχοι του Ιδρύματος μπορεί να ανήκουν στο χθες, όμως οι αόρατοι τοίχοι που υψώνουμε μεταξύ μας υπάρχουν ακόμη.
Απλώς σήμερα χτίζονται με πιο εκλεπτυσμένα υλικά.
Υπήρξε κάποιο προσωπικό βίωμα ή μια πραγματική ιστορία που σας έκανε να θελήσετε να γράψετε για αυτό το θέμα;
Δεν υπήρξε ένα μόνο γεγονός.
Υπήρξαν πολλές μικρές ιστορίες που έμοιαζαν να ζητούν δικαίωση.
Άνθρωποι που πέρασαν από τη ζωή χωρίς να αφήσουν πίσω τους ούτε μια φωτογραφία. Γυναίκες που η κοινωνία θυμήθηκε μόνο για τον τρόπο που επέζησαν και ποτέ για τα όνειρα που είχαν πριν αναγκαστούν να επιβιώσουν.
Όταν άρχισα να μελετώ την εποχή, κατάλαβα πως η Ιστορία γράφεται συνήθως από εκείνους που είχαν φωνή.
Εγώ ήθελα να γράψω για όσους δεν είχαν.
Ίσως τελικά κάθε μυθιστόρημα να είναι μια μικρή πράξη μνήμης.
Ποια σκηνή του βιβλίου σας δυσκόλεψε περισσότερο συναισθηματικά να γράψετε και γιατί;
Δεν ήταν μία συγκεκριμένη σκηνή.
Ήταν όλες εκείνες οι στιγμές όπου οι ήρωες αναγκάζονται να σιωπήσουν.
Η βία δεν είναι πάντα οι φωνές.
Καμιά φορά είναι η σιωπή ενός παιδιού που καταλαβαίνει πως η ζωή που γνώριζε τελείωσε.
Είναι το βλέμμα μιας γυναίκας που συνειδητοποιεί ότι οι άλλοι αποφάσισαν ποια θα είναι πριν προλάβει να αποφασίσει η ίδια.
Είναι η μοναξιά της Ντώτας.
Είναι η ήσυχη αξιοπρέπεια της Ρενέ.
Κάθε φορά που έγραφα αυτές τις σκηνές, έπρεπε να θυμάμαι ότι δεν γράφω για να σοκάρω.
Γράφω για να καταλάβουμε.
Και υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα δύο.
Αν η «διαφορετικότητα» μπορούσε να μιλήσει ως πρόσωπο μέσα στο βιβλίο, τι πιστεύετε ότι θα έλεγε στους αναγνώστες;
Νομίζω πως δεν θα μιλούσε για τον εαυτό της.
Θα έλεγε:
«Σταματήστε να με κοιτάτε.
Κοιτάξτε τον άνθρωπο.»
Γιατί αυτό είναι που συμβαίνει πολλές φορές.
Στεκόμαστε τόσο πολύ σε αυτό που κάνει κάποιον διαφορετικό, ώστε ξεχνάμε να ανακαλύψουμε ποιος πραγματικά είναι.
Αν ο αναγνώστης, κλείνοντας το βιβλίο, πάψει να βλέπει πρώτα την ταμπέλα και μετά τον άνθρωπο, τότε η ιστορία της Γιαγκίνι, της Ντώτας και της Ρενέ θα έχει πετύχει κάτι περισσότερο από αυτό που μπορεί να πετύχει μια απλή αφήγηση.
Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε τους ανθρώπους που διαφέρουν από εμάς;
Δεν ξέρω αν ένα μόνο βιβλίο θα μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο.
Πιστεύω όμως ότι μπορεί να αλλάξει μια καρδιά. Και αυτό αρκεί.
Η λογοτεχνία μάς χαρίζει κάτι μοναδικό.
Μας επιτρέπει να ζήσουμε, έστω για λίγες ώρες, μέσα στο σώμα και στην ψυχή ενός άλλου ανθρώπου.
Όταν κλείσεις το βιβλίο, ίσως να μη θυμάσαι λεπτομέρειες ή κάποια γεγονότα.
Αν όμως θυμάσαι τη Γιαγκίνι, τη Ντώτα ή τη Ρενέ σαν να υπήρξαν πραγματικά, τότε δύσκολα θα ξανακοιτάξεις έναν άνθρωπο με τον ίδιο τρόπο.
Και για έναν συγγραφέα, αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο δώρο.
Ποιο είναι το πιο σημαντικό συναίσθημα που θέλετε να πάρει μαζί του ο αναγνώστης όταν κλείσει το βιβλίο;
Θα ήθελα να φύγει με περισσότερη ανθρωπιά.
Όχι με θλίψη, όσο κι αν η ιστορία περιέχει πόνο. Ούτε με θυμό, όσο κι αν υπάρχουν αδικίες που δεν διορθώνονται.
Θα ήθελα να κλείσει το βιβλίο και, την επόμενη φορά που θα συναντήσει έναν άνθρωπο που η κοινωνία έμαθε να χαρακτηρίζει «διαφορετικό», να σταθεί για μια στιγμή πριν τον κρίνει.
Αν κρατήσει μέσα του λίγη από την αξιοπρέπεια της Γιαγκίνι, τη σιωπηλή καλοσύνη της Ρενέ και την ανάγκη της Ντώτας να τη δουν όπως πραγματικά είναι, τότε το βιβλίο θα έχει πετύχει τον σκοπό του.
Γιατί, στο τέλος, οι μεγάλες αλλαγές ξεκινούν από τον τρόπο που κοιτάζουμε έναν μόνο άνθρωπο.
Γιατί πολλές φορές οι άνθρωποι ζητούν από τους «διαφορετικούς» να αλλάξουν αντί να αλλάξουν οι ίδιοι τον τρόπο που σκέφτονται;
Επειδή είναι πιο εύκολο να ζητήσεις από κάποιον άλλον να μικρύνει, παρά να μεγαλώσεις εσύ.
Η αποδοχή απαιτεί να αμφισβητήσεις τις βεβαιότητές σου, να παραδεχτείς πως ίσως μεγάλωσες πιστεύοντας πράγματα που δεν ήταν δίκαια.
Αυτό δεν είναι εύκολο.
Γι’ αυτό και πολλές κοινωνίες προσπάθησαν διαχρονικά να προσαρμόσουν τον άνθρωπο στους κανόνες τους, αντί να προσαρμόσουν τους κανόνες στον άνθρωπο.
Όμως κάθε φορά που ζητάμε από κάποιον να αρνηθεί τον εαυτό του για να γίνει αποδεκτός, δεν λύνουμε το πρόβλημα.
Απλώς το μεταφέρουμε πάνω στους ώμους εκείνου που ήδη κουβαλά περισσότερα από όσα του αναλογούν.
Μπορεί η διαφορετικότητα να θεωρηθεί δύναμη, ακόμη κι όταν γίνεται αιτία αποκλεισμού;
Πιστεύω πως ναι.
Όχι επειδή ο αποκλεισμός είναι κάτι καλό, αλλά επειδή πολλοί άνθρωποι ανακαλύπτουν μέσα από αυτόν μια δύναμη που δεν ήξεραν ότι διαθέτουν.
Η Ντώτα δεν επέλεξε να γεννηθεί διαφορετική.
Η Γιαγκίνι δεν επέλεξε να γίνει πρόσφυγας.
Η Ρενέ δεν επέλεξε τη μοίρα της.
Επέλεξαν όμως να μη χάσουν την ανθρωπιά τους.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη δύναμη που μπορεί να αποκτήσει ένας άνθρωπος: να μη μοιάσει ποτέ σε εκείνους που τον πλήγωσαν.
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην ανοχή και την πραγματική αποδοχή;
Η ανοχή λέει: «Σε αφήνω να υπάρχεις.»
Η αποδοχή λέει: «Χαίρομαι που υπάρχεις.»
Η πρώτη κρατά πάντα μια απόσταση.
Η δεύτερη καταργεί την ανάγκη για απόσταση.
Δεν ονειρεύομαι μια κοινωνία που απλώς ανέχεται τους ανθρώπους.
Ονειρεύομαι μια κοινωνία που δεν χρειάζεται να τους χαρακτηρίσει για να τους σεβαστεί.
Γιατί κανείς δεν θέλει να ζει ως μια εξαίρεση που οι άλλοι απλώς ανέχονται.
Όλοι θέλουμε να ανήκουμε.
Πιστεύετε ότι όλοι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί, αλλά κάποιοι απλώς κρύβουν τη διαφορετικότητά τους καλύτερα;
Το πιστεύω βαθιά. Δεν υπάρχουν άνθρωποι χωρίς ιδιαιτερότητες.
Υπάρχουν μόνο άνθρωποι που είχαν την τύχη οι ιδιαιτερότητές τους να θεωρούνται κοινωνικά αποδεκτές και άνθρωποι που έμαθαν να τις κρύβουν για να προστατευθούν.
Πολλές φορές δεν αποκρύπτουμε αυτό που είμαστε επειδή ντρεπόμαστε.
Το αποκρύπτουμε επειδή φοβόμαστε το τίμημα της αλήθειας.
Και αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο σιωπηλά είδη μοναξιάς.
Αν έπρεπε να περιγράψετε το μήνυμα του βιβλίου με μία μόνο πρόταση, ποια θα ήταν;
Όπως δεν πρέπει ένα βιβλίο να κρίνεται από το εξώφυλλό του, έτσι και ένας άνθρωπος δεν πρέπει να κρίνεται από την εμφάνιση, την εικόνα του!
Ο άνθρωπος θα πρέπει να κρίνεται για την καρδιά και την ψυχή του και μόνο.
«Τι χάνει μια κοινωνία κάθε φορά που προσπαθεί να κάνει όλους τους ανθρώπους ίδιους;»
Χάνει τις ιστορίες της. Χάνει τις διαφορετικές φωνές, τις εμπειρίες, τη δημιουργικότητα και τελικά την ίδια την ανθρωπιά της. Οι κοινωνίες προχωρούν μπροστά όταν χωρούν όλους τους ανθρώπους τους, όχι όταν τους καλουπώνουν.
Ποιο σημείο του βιβλίου θεωρείτε πιο συγκινητικό ή καθοριστικό;
Νομίζω πως είναι οι στιγμές όπου οι ήρωες, ενώ έχουν κάθε λόγο να σκληρύνουν, επιλέγουν να παραμείνουν άνθρωποι.
Δεν είναι οι μεγάλες ανατροπές που με συγκινούν περισσότερο.
Είναι ένα άγγιγμα.
Μια σιωπηλή συγχώρεση.
Ένα βλέμμα που λέει «σε βλέπω» σε έναν άνθρωπο που είχε μάθει μια ζωή να είναι αόρατος.
Εκεί, για μένα, βρίσκεται η πραγματική κορύφωση του βιβλίου.
Γιατί η μεγαλύτερη νίκη δεν είναι να επιβιώσεις.
Η μεγαλύτερη νίκη είναι να μη χάσεις την ικανότητά σου να αγαπάς.
Ποια κοινωνικά ζητήματα θίγει το έργο;
Το βιβλίο συνομιλεί με πολλά ζητήματα που δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν.
Μιλά για τον ξεριζωμό και την προσφυγιά. Για την κοινωνική περιθωριοποίηση. Για τη θέση της γυναίκας σε μια εποχή που άλλοι αποφάσιζαν για τη ζωή της. Για τη φτώχεια, την εκμετάλλευση, τη σεξουαλική βία, την ταυτότητα, τον στιγματισμό και την ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει κάπου.
Πάνω απ’ όλα, όμως, μιλά για την αξιοπρέπεια.
Γιατί όποια μορφή κι αν παίρνει η αδικία σε κάθε εποχή, η μεγαλύτερη αντίσταση παραμένει η ίδια: να μη χάσεις ποτέ την ανθρωπιά σου.
Πώς συμβάλλει το ιστορικό ή κοινωνικό πλαίσιο στην πλοκή;
Για μένα, το ιστορικό πλαίσιο δεν είναι το φόντο της ιστορίας.
Είναι ένας ακόμη πρωταγωνιστής.
Η Μικρασιατική Καταστροφή, τα Βούρλα, οι κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής, η φτώχεια και οι ταξικές ή οι κοινωνικές ανισότητες δεν υπάρχουν μόνο για να τοποθετήσουν χρονικά την αφήγηση.
Διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων, καθορίζουν τις επιλογές τους και πολλές φορές αποφασίζουν γι’ αυτούς πριν ακόμη προλάβουν να μιλήσουν.
Ήθελα, όμως, η Ιστορία να μη σταθεί ποτέ πάνω από τον άνθρωπο. Να λειτουργεί σαν το ποτάμι που παρασύρει τις ζωές τους, χωρίς ποτέ να σβήνει τα πρόσωπα που παλεύουν να κρατηθούν στην επιφάνειά του.
Γιατί, τελικά, η Ιστορία δεν είναι οι ημερομηνίες.
Είναι οι άνθρωποι που έζησαν μέσα τους.

