Ηλέκτρα Νησίδου: «Το Affectus είναι μια εξομολόγηση της καρδιάς»
Υπάρχουν συναισθήματα που περνούν από τη ζωή μας και χάνονται κι άλλα που, ακόμη κι όταν οι άνθρωποι και οι στιγμές που τα γέννησαν ανήκουν πια στο παρελθόν, εξακολουθούν να ζουν μέσα μας. Εκεί, στη μνήμη, στην απουσία, στον έρωτα και στην απώλεια, γεννιέται το Affectus της Ηλέκτρας Νησίδου.
Με έναν τίτλο που στα λατινικά παραπέμπει στο πάθος, το συναίσθημα και τη βαθύτερη κατάσταση της ψυχής, η ποιητική συλλογή αποτελεί μια εσωτερική διαδρομή ανάμεσα στη λογική και το πάθος, την ευτυχία και τη δυστυχία, τη θέωση και το κενό. Στίχοι άμεσοι και λυρικοί αποτυπώνουν την ένταση του έρωτα, αλλά και την πικρία της απουσίας, ενώ η μνήμη μετατρέπει ακόμη και τις φαινομενικά «ασήμαντες» στιγμές σε πολύτιμα αποτυπώματα.
Η ίδια χαρακτηρίζει το Affectus «μια εξομολόγηση της καρδιάς» — όχι την αφήγηση μιας συγκεκριμένης ιστορίας, αλλά την κατάθεση εκείνων των συναισθημάτων που συχνά μένουν ανομολόγητα. Μιλά για ποιήματα που γράφτηκαν σε διαφορετικές περιόδους της ζωής της, ακόμη και από την εφηβεία, επιλέγοντας να διατηρήσει την αμεσότητα και την ειλικρίνεια της πρώτης γραφής.
Επιμέλεια συνέντευξης: Βασιλική Ευαγγέλου-Παπαθανασίου
Affectus στα λατινικά σημαίνει πάθος, συναίσθημα, διάθεση της ψυχής. Γιατί επιλέξατε αυτόν τον όρο ως τίτλο και ποια συγκεκριμένη «κατάσταση της ψυχής» θέλατε να αποτυπώσετε με αυτή τη συλλογή;
Ο τίτλος Affectus ήταν για μένα η μόνη λέξη που μπορούσε να χωρέσει όσα πραγματεύεται αυτή η συλλογή. Στα λατινικά δεν περιγράφει απλώς ένα συναίσθημα, αλλά μια βαθύτερη κατάσταση της ψυχής· εκείνη την εσωτερική μετατόπιση που προκαλεί ο έρωτας, η απουσία, η απώλεια και η μνήμη. Δεν με ενδιέφερε να αποτυπώσω στιγμιαία συναισθήματα, αλλά τα ίχνη που αφήνουν μέσα μας οι άνθρωποι και οι εμπειρίες, ακόμη κι όταν έχουν πια περάσει.
Η επιλογή μιας λατινικής λέξης είναι επίσης συμβολική. Τα λατινικά είναι μια «νεκρή» γλώσσα, συνδεδεμένη με το παρελθόν, που όμως συνεχίζει να ζει μέσα από τα κείμενα και τις έννοιες που διασώθηκαν στον χρόνο. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τα ποιήματα της συλλογής. Οι άνθρωποι που τα ενέπνευσαν, οι έρωτες, οι προσδοκίες και οι απογοητεύσεις ανήκουν στο παρελθόν. Μπορεί να έπαψαν να υπάρχουν ως βιωμένη πραγματικότητα, όμως εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα στη μνήμη και στην ποίηση.
Υπάρχει ένας έντονος λυρισμός στους στίχους σας (όπως στο απόσπασμα: «Σ’ αγαπώ τόσο πολύ, που νομίζω ότι το κελαηδούν τα πουλιά»). Πόσο εύκολο είναι για έναν σύγχρονο ποιητή να μιλήσει για τον απόλυτο έρωτα χωρίς να γίνει μελοδραματικός;
Πιστεύω ότι η διαφορά ανάμεσα στον λυρισμό και τον μελοδραματισμό βρίσκεται στην αλήθεια. Ο έρωτας είναι από τη φύση του υπερβολικός· όταν αγαπάμε, όλα μοιάζουν μεγαλύτερα, εντονότερα, σχεδόν απόλυτα. Αν προσπαθήσουμε να περιορίσουμε αυτή την ένταση από φόβο μήπως χαρακτηριστεί μελοδραματική, ίσως προδώσουμε το ίδιο το συναίσθημα. Όσο η εικόνα και ο στίχος γεννιούνται από μια αυθεντική εμπειρία και όχι από την επιδίωξη εντυπωσιασμού, ο αναγνώστης αναγνωρίζει την αλήθεια τους και όχι την υπερβολή τους.
Στο έργο σας περιγράφετε τον άνθρωπο που στέκεται μετέωρος «μεταξύ της απόλυτης ευτυχίας και της απόλυτης δυστυχίας, μεταξύ της θέωσης και του κενού». Αυτή η ακραία συναισθηματική διακύμανση είναι κουραστική ή αποτελεί το απαραίτητο καύσιμο για τη δημιουργία σας;
Είναι και τα δύο. Είναι κουραστική, γιατί σημαίνει ότι βιώνεις τα πάντα με μεγάλη ένταση, χωρίς να υπάρχουν πολλές ενδιάμεσες αποχρώσεις. Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η ένταση είναι και η πρώτη ύλη της γραφής μου. Δεν πιστεύω ότι η δημιουργία γεννιέται μόνο από τον πόνο. Η έκφραση είναι η ανάγκη που δημιουργείται από την ένταση των συναισθημάτων και η ποίηση είναι το μέσο.
Αναφέρετε επίσης «τη γλύκα του έρωτα αλλά ταυτόχρονα και την πικρία της εξορίας». Πώς ορίζετε την «εξορία» μέσα σε μια σχέση ή μέσα στην ίδια την καθημερινότητα;
Για μένα, η εξορία στον έρωτα είναι κυρίως η εξορία από τον υπόλοιπο κόσμο. Όταν αγαπάς απόλυτα, ο άλλος γίνεται το κέντρο του σύμπαντός σου, το σημείο αναφοράς μέσα από το οποίο αποκτούν νόημα όλα τα υπόλοιπα. Έτσι, όταν αυτός ο άνθρωπος φύγει ή χαθεί, δεν χάνεται μόνο η σχέση· είναι σαν να χάνεις και τον κόσμο που είχες χτίσει γύρω του. Νιώθεις αποκομμένος από τους άλλους, από την καθημερινότητα, ακόμη και από τον ίδιο σου τον εαυτό, γιατί το μέρος όπου ένιωθες ότι ανήκες δεν υπάρχει πια.
Η συλλογή είναι σχετικά σύντομη και συμπυκνωμένη (περίπου 40 σελίδες). Πώς δουλέψατε τη διαδικασία της αφαίρεσης ώστε κάθε λέξη να διατηρήσει το μέγιστο συναισθηματικό της βάρος;
Η επιλογή των ποιημάτων ήταν ίσως η πιο απαιτητική πλευρά της έκδοσης. Γύρισα πολλές φορές στα κείμενά μου, τα διάβασα ξανά με μεγαλύτερη χρονική απόσταση και επέλεξα μόνο όσα ένιωθα ότι εξακολουθούσαν να με εκφράζουν. Πρόκειται, βέβαια, για ποιήματα που γράφτηκαν σε διαφορετικές περιόδους της ζωής μου, κάποια ήδη από την εφηβεία μου, πριν από πάνω από δέκα χρόνια. Γι’ αυτό διατηρούν και μια αφέλεια, μια αμεσότητα που δεν θέλησα να εξαλείψω με υπερβολικές παρεμβάσεις. Προτίμησα να μείνουν όσο το δυνατόν πιο κοντά στη στιγμή που γεννήθηκαν, γιατί πιστεύω ότι η ειλικρίνεια της πρώτης γραφής έχει μια δύναμη που συχνά χάνεται όταν προσπαθείς να την τελειοποιήσεις υπερβολικά.
Πώς παρουσιάζεται η αντίθεση ανάμεσα στη λογική και το πάθος στο πρώτο ποίημα («Λογική και Πάθος»);
Η αντίθεση ανάμεσα στη λογική και το πάθος διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή και ήδη από το εναρκτήριο ποίημα γίνεται σαφές ότι, όταν μιλάμε για τον έρωτα, η λογική δεν αρκεί για να ερμηνεύσει όσα βιώνει ο άνθρωπος. Ο ερωτευμένος βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα σε αντίθετες καταστάσεις: ανάμεσα στην απόλυτη ευτυχία και την απόλυτη δυστυχία, στη θέωση και το κενό, στην ελπίδα και την παραίτηση. Η λογική θα του υπαγόρευε να προστατεύσει τον εαυτό του, να απομακρυνθεί από ό,τι τον πληγώνει. Το πάθος, όμως, τον ωθεί να συνεχίσει να αγαπά, ακόμη κι όταν γνωρίζει το κόστος. Δεν θεωρώ ότι κάποια από τις δύο πλευρές νικά. Πιστεύω ότι ο άνθρωπος που αγαπά πραγματικά ζει μέσα σε αυτή τη διαρκή ένταση, και αυτή ακριβώς η ένταση είναι η ουσία της συλλογής.
Ποιο είναι το βασικό μήνυμα του ποιήματος «Ασημαντότητα» και πώς το εκφράζει ο ποιητής;
Το ποίημα μιλά για μια μορφή απώλειας που δεν προέρχεται από το τέλος μιας μεγάλης ιστορίας, αλλά από τη συνειδητοποίηση ότι αυτή η ιστορία δεν πρόλαβε ποτέ να υπάρξει. Ο τίτλος «Ασημαντότητα» είναι, κατά κάποιον τρόπο, ειρωνικός. Οι στιγμές που εξωτερικά μοιάζουν ασήμαντες είναι εκείνες που τελικά αποκτούν τη μεγαλύτερη αξία στη μνήμη μας. Άλλωστε και τα μικρά και τα ασήμαντα πολλές φορές μας διαμορφώνουν, όχι μόνο όσα κάνουν θόρυβο και πιάνουν χώρο στη ζωή μας.
το «Affectus» είναι μια εξομολόγηση για την καρδιά;
Ναι, θα μπορούσα να πω ότι το Affectus είναι μια εξομολόγηση της καρδιάς. Δεν γράφτηκε, όμως, για να αφηγηθεί μια συγκεκριμένη ιστορία ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο. Είναι μια κατάθεση όλων εκείνων των συναισθημάτων που ψάχνουν μανιωδώς τρόπο να εκφραστούν και πολλές φορές μένουν ανομολόγητα. Για μένα η γραφή ήταν ανέκαθεν ανάγκη. Μέσα από τα ποιήματα προσπάθησα να αποτυπώσω όχι μόνο όσα έζησα, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο τα βίωσα

